Εφημερίδα Ανασύνταξη
Αφίσες

Ανακοινώσεις τύπου
Δελτίο
Προκηρύξεις
Σύνδεσμοι
Επικοινωνία

Νίκος Ζαχαριάδης
I. B. Στάλιν

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞH ΑΡΧΕΙΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

Αρ. Φύλ. 156 15-30/4/2003Αρ. Φύλ. 156 15-30 Απρίλη 2003
ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ
100 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου επαναστάτη κομμουνιστή ηγέτη Αρχηγού του ΚΚΕ 1918-55 και 30 χρόνια από τη δολοφονία του μετά 17 χρόνια εξορίας, στο Σουργκούτ της Σιβηρίας απ' την προδοτική χρουστσοφική κλίκα των Μπρέζνιεφ-Φλωράκη

"Δεν υπάρχει πιο δύσκολο μα και πιο τιμητικό από του να είσαι μέλος του κομμουνιστικού κόμματος.

 

 

ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ

Ολόρθος της αιώνιας νιότης το βάθρο πάτησες
και γεφύρωσες τ' αύριο με τ' άξια περασμένα
Όχι, δεν χάνονται ποτέ οι καιροί της επανάστασης
όταν αφήνουν πίσω τους ήρωες σαν και σένα.

Λεβέντικα εμβατήρια του θρύλου το πεντάγραμμο
σου φτιάχνουν οι Πρωτομαγιές κι οι μπόρες του χειμώνα.
Σε τραγουδάν στον ιερό για πάντα Γράμμο
αγέρηδες μεσούρανοι κι απόκρημνοι τ' αγώνα.

Εκεί που φώναξε ο λαός στον εισβολέα «Αλτ τις εί»
κάνοντας αντίσταση χρέος, θυσία και τάμα.
«Για μιαν Ελλάδα λεύτερη, δίχως καμιάν εξάρτηση»,-
έτσι όπως ζήτησες παλιά με τ' Ανοιχτό σου Γράμμα,

που πρώτα εσύ το τίμησες νικώντας μεγαθήρια
κι εχθρούς και Γιούδες στις ψηλές κορφές της ιστορίας.
Αυτόπτες είναι μάρτυρες τα τόσα κολαστήρια:
Κέρκυρα και Νταχάου - κι αυτό της Σιβηρίας...

Ας τραγουδούσαν οι αριθμοί: δίνοντας μάχες άνισες
μεσ' τα μπουντρούμια πέρασες του βίου σου το 'να τρίτο...
Ήσουν μπροστάρης μαχητής, του χρέους και της αυταπάρνησης
κι όχι απ' αυτούς που κυνηγάν το χρήμα και τα «ζήτω».

Στέκεις απόμακρο άγαλμα θαρρείς μιας σπάνιας αίρεσης
στον κόσμο το σημερινό της άπατης Απάτης.
Με το σπαθί σου κέρδισες τη δάφνη της δικαίωσης
σα δάσκαλος που πάντοτε πρώτος το νόμο εκράτεις.

Δένοντας μ' αρμονία σοφή τ' αύριο και το ψες...
«Ξέρει να ζει μονάχα αυτός που ξέρει να πεθαίνει
όταν χρειάζεται» -είχες πει στα νιάτα σου... Προφήτεψες
τη δύση σου την τραγική και την αντρειωμένη.

Πολέμησες στου παγερού Σουργκούτ τον άδη. Εσύ
αυτούς που κάναν τ' όνειρο και τις ιδέες σαβούρα.
Το θάνατο προτίμησες απ' τη δειλή παράδοση,
και Θερμοπύλες ύψωσες μπρος στην «Νομενκλατούρα».

Ολόρθος της αιώνιας νιότης το βάθρο πάτησες
και γεφύρωσες τ' αύριο με τ' άξια περασμένα...
Όχι, δεν χάνονται ποτέ οι καιροί της επανάστασης
όταν αφήνουν πίσω τους ήρωες σαν και σένα.

Α.Π.
Αύγουστος 1998

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ
ΝΑΖΙΜ ΧΙΧΜΕΤ

Μια ελληνοπούλα τώρα μ' αγκαλιάζει.
Σαν τρυφερό ελιοκλώναρο τα χέρια
έχουν τυλίξει γύρω το λαιμό μου
και με κοιτάει στα μάτια και με ρωτάει:
"Μπάρμπα, πότε θα γίνει στην Ελλάδα
και στα δικά σας μέρη, στην Τουρκία
αυτό που γίνεται στην Ουγγαρία;
Πότε θα 'ρθει η σειρά μας, τα παιδάκια
να προσκαλέσουνε της Ουγγαρίας
να δουν και τη δικιά μας πατρίδα;"
Πότε λοιπόν;... Τ' ακούς Ζαχαριάδη,
πως τα παιδιά μας ανυπομονούνε
και δεν κρατιούνται; Πρέπει να βιαστούμε.

ΤΟ ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΛΥΓΑ

Το μπουντρούμι δεν τον λυγά
και η σκέψη τρέχει γοργά
στους συντρόφους που πολεμούν
απ' τα κάτεργα για να βγουν

Φυλακή βαριά,
με φρουρούς θεριά
στα δεσμά κρατεί
Αρχηγό κι' οδηγητή

Ζαχαριάδη αγωνιστή
βαρβαρότητας γκρεμιστή
μπράτσα μύρια σένα φρουρούν
λογισμοί σε σένα πετούν

Με τιμή κρατάς
τη σημαία μας
και στο φασισμό
ορθώνεις το Λενινισμό

Όρκο παίρνει ο δουλευτής
στ' όνομα σου ο μαχητής
και χτυπάει τη μαύρη σκλαβιά
ν' ανατείλει φως λευτεριά

Φυλακές γκρεμούν
τα δεσμά λυγούν
και στο κόμμα εμπρός
Ζαχαριάδης Αρχηγός.

Όλοι το τραγούδι ας πούμε
το τραγούδι της δουλειάς.
Έφτασ' η μεγάλη μέρα
ΖΗΤΩ ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΑ

Σκλάβοι της δουλειάς σηκώστε
το κεφάλι σας ψηλά.
Και τη δύναμη σας νιώστε
ΖΗΤΩ ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΑ

Όσα βλέπουμε μπροστά μας
απ' τα χρόνια τα παλιά
στη δουλειά μας τα χρωστάμε
ΖΗΤΩ ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΑ

Ζήτω η κόκκινη σημαία
που στον άνεμο σκιρτά.
Έφτασε η μεγάλη μέρα
ΖΗΤΩ ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΑ

ΖΗΤΩ ο Λένιν και ο Στάλιν
ΖΗΤΩ ο κόκκινος στρατός
ΖΗΤΩ ο ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ
του ΚΚΕ Αρχηγός.

 

Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης
Γιάννη Ρίτσου

Ήρθες απ' του Νταχάου τα συρματοπλέγματα
ήρθες απ' τη δεκάχρονη σκλαβιά
όπως έρχεται ο ήλιος απ' την πόρτα της νύχτας.
Ήρθες μ' ένα χοντρό στρατιωτικό χιτώνιο
απλός φαντάρος της παγκόσμιας λευτεριάς
εσύ αρχηγός δίχως παράτες και γαλόνια και παράσημα
μόνο με το παιδιάστικο χαμόγελο σου ανίσκιωτο
σαν ένα γαρούφαλλο στην κουμπότρυπα του πόνου μας
μονάχα με τον ήλιο της ψυχής σου κρεμασμένον
σα φυλαχτό στον κόρφο του λαού μας.
Ήρθες χωρίς παράτες με τα σκονισμένα σου μαλλιά
καθώς κ' Εκείνος μπήκε στα Ιεροσόλυμα με σκονισμένα ματόκλαδα
δίχως σημαίες και δίχως τύμπανα πάνου σ' ένα άσπρο γαϊδουράκι
κρατώντας μες στο φωτεινό του χέρι ένα κλαδάκι πικροδάφνη.
Οι σύντροφοι σου δεν ξέρανε τίποτα
ψάχναν ακόμη τα τηλεγραφήματα τους να σε βρουν
ψάχναν τα χελιδόνια μας μες στις καμένες πολιτείες του πολέμου
ανάμεσα στα εξοχικά τοπία όπου σκουριάζουν σκελετοί των σιδερόδρομων
ανάμεσα στα καπνισμένα χαλάσματα και στις ξεδοντιασμένες γέφυρες
ψάχναν να βρουν τη μυγδαλιά τους μες στα μάτια σου.
Οι σύντροφοι σου ακόμα δεν ξέρανε τίποτα
μα ένας αγέρας φύσηξε σαν απ' τη θάλασσα
πλατάγισαν απάνου στα τραπέζια οι "Ριζοσπάστες"
έτσι που πλαταγίζουνε τα πεύκα της ακρογιαλιάς όταν τα ξεφυλλίζει ο μπάτης
απάνου στα βιβλία των φοιτητών ζυγιάστηκε ένα κόκκινο πουλί
απάνου στην Καισαριανή σαλέψανε τα κυπαρίσσια
στο Σκοπευτήριο εκεί τα κυπαρίσσια ετούτα που άκουσαν
να τραγουδάνε του Ζαλόγγου το Χορό οι διακόσιοι Ακροναυπλιώτες
πάνου στο μαύρο τσεμπέρι μιας γριάς συντρόφισσας της Θεσσαλίας
έπαιξε η γραμμωτή αντηλιά μαλαματένιες έγνοιες
οι αγρότες άφησαν για μια στιγμή τ' αλέτρια τους και μονομιάς μυρίσαν τον ορίζοντα
σα να ξεκλείδωνε ένας άγγελος μες στο γαλάζιο μια καινούργια πόρτα
οι φυλακισμένοι σήκωσαν τα κεφάλια τους
και χαιρετήσανε την πεταλούδα της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο κάγκελο του παράθυρου
οι σύντροφοι ξεδίπλωσαν φανερά μες στα τραμ την εφημερίδα τους
σα να ξεδίπλωναν το μέτρο της αντρείας για να μετρήσουνε τον κόσμο
κι ο μπάρμπα - Γιώργος χτύπησε το χαρτονένιο του τσαρούχι στο πανί του Μόλα
σάμπως να οσμίστηκε κάποιο μαντάτο "ωρέ ζαγάρια" στον αγέρα.
"Κάποιος στέκει στην πόρτα". Ένας φαντάρος".
Κι όπως το παιδί πάνου από τα κλειστά του βλέφαρα
νιώθει να κρέμεται σαν άστρο το χαμόγελο της μάνας του
κι όπως ο ποιητής που σεργιανάει στην εξοχή το απόβραδο
κι όλος ο κόσμος μες στον ίσκιο του τραβάει ανάλαφρος μπροστά του
νιώθει πίσω απ' τη ράχη του το απέραντο καλοκαιριάτικο φεγγάρι δίχως να το βλέπει
έτσι το νιώσαν πριν σε δουν οι σύντροφοι
πως ήσουν συ που στεκόσουν στην πόρτα απ' όξω
με το χοντρό στρατιωτικό σου αμπέχωνο με τις μεγάλες τσέπες σου
ολόγιομες απ' την καρδιά μας.
Και βούιξαν μες στους δρόμους της Αθήνας μας τα παραρτήματα του Ριζοσπάστη
οι τυπογράφοι ανέβηκαν να χουφτώσουν το χέρι σου με δάκτυλα μουντζουρωμένα
ο μπάρμπα - Σιάντος σάρωσε με το μουστάκι του την τελευταία σκιά απ' το κούτελο σου
οι συντάκτες βουτήξανε την πέννα τους μες στην ψυχή τους
άνοιξαν οι καρδιές και τα πορτοπαράθυρα στις συνοικίες
ένα δάσος γροθιές τραντάχτηκε συθέμελα
στο δρόμο αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν τα μέλη του Κόμματος
οι προλετάριοι τινάζαν τα όνειρα τους στον αγέρα σαν σημαίες με σφυροδρέπανα
κ' οι γριούλες με δυο αχτίνες βάγια στέκονταν μπροστά στης Δραπετσώνας το περβάζι.
Και γιόρτασε το φως σου ακέριος τούτος δω ο λαός.
Πού 'παιζε τη ζωή του ολημερίς κορώνα-γράμματα για το χατήρι της πεντάμορφης της Λευτεριάς
πού 'παιζε με το Χάρο καρπαζιές τέσσερους χρόνους μπρος στα μάτια του ήλιου
ετούτος δω ο λαός που δούλεψε την ψυχή του σαν το σίδερο μες στη φωτιά
όπως εδούλεψε ο κουτσός θεός έναν καιρό του αδάμαστου Αχιλλέα την ασπίδα.
Απόψε γιόρτασε το φως σου η Ρωμιοσύνη
το δείλι φόρεσε την κόκκινη γραβάτα του
η Ακρόπολη φόρεσε το κόκκινο φουστάνι της
ο γήλιος έβγαλε την τραγιάσκα του και σκούπισε τον ίδρωτά του
και μια μικρή συντρόφισσα σκαρφάλωσε στα κεραμίδια της χαράς μας
κ' έβαλε την εικόνα σου στην πιο αψηλή καμινάδα της ελπίδας.
Αργά τη νύχτα
σαν κατακάθησε η βουή των δρόμων
ακούσαμε το βήμα σου με τις χοντρές αρβύλες
απάνου σ' όλα τα λιθάρια απ' άκρη σ' άκρη σ' όλη την Ελλάδα μας
διαβάσαμε για χιλιοστή φορά το γράμμα σου μες στην καρδιά μας
κ' ενώ γλιστρούσε ο γαλαξίας απ' τα παράθυρα
μες στα κελιά των φυλακών σκυμμένοι οι δημοκράτες
σου γράφαν με ανοιχτά κι αδέξια γράμματα
πάνου σ' ένα χοντρό λαδωμένο στρατσόχαρτο:

«Αρχηγέ μας
καλώς μας ήρθες απ' τα πέρατα του πόνου και της δόξας
στη ματωμένη μας πατρίδα καλώς ήρθες.
Απ' δω μέσα σύντροφε σου σφίγγουμε το χέρι
κι από δω μέσα σύντροφε σου δίνουμε τον όρκο μας
να πολεμάμε για το φως και για το δίκιο
καθώς πολέμησες και συ λεύτερος πίσω απ' τα κάγκελα καθώς μας έμαθες εσύ να πολεμάμε
με το σπαθί της λευτεριάς ακονισμένο στην καρδιά σου
ακονισμένο στην καρδιά σου πούναι και καρδιά μας»
..................................................................................
Τόσα χρόνια σ' ακολούθαγε η ψυχή μας
όπως ακολουθάει ο ίσκιος τον άνθρωπο που τραβάει κατά τον ήλιο
όπως και συ ακολούθαγες τον πιο βαθύ ρυθμό της γης και του ήλιου.
Τόσα χρόνια μοιραστήκαμε το καρβέλι του πόνου σου
απάνου στο γυμνό τραπέζι της εξορίας όπου έφεγγε του λόγου σου ο λύχνος
μοιραστήκαμε το κελί σου της Κέρκυρας
όταν πρόσμενε η Ελλάδα μαζί με τη μάννα σου πιασμένες απ' το χέρι μπρος στα κάγκελα
να σ αφήσουν κρυφά μες στη φούχτα σου ένα μικρό χαρτάκι με λίγο χώμα καλοκαιριάτικο
με λίγη δροσιά απ' τα μάτια τους με δυο πράσινα φύλλα απ' της αυγής το δυόσμο
με δυο φρέσκα αστέρια μόλις κομμένα απ' το κλωνάρι της αγάπης μας.
Μοιραστήκαμε το στενό κρεβάτι της αγρύπνιας
το λίγο αγέρα του Τμήματος Μεταγωγών
γυμνάζοντας τα πνεμόνια μας για τη μεγάλη ανάσα της οικουμένης
δοκιμάζοντας τα σπλάχνα στη λαχτάρα της μεγάλης απόφασης
σαν τα φτερύγια των δελφινιών πίσω από το πολεμικό καράβι.
Μαζί σου ξεφυλλίσαμε ξανά το "Δωδεκάλογο του Γύφτου"
μαζί σου περπατήσαμε ξανά τον κόσμο όλο
και ξεφυλλίσαμε σελίδα τη σελίδα όλο τον ουρανό τη γη τη θάλασσα
ξεφυλλίσαμε το ποτάμι της Αλαμάνας και τα χάλκινα βουνά της Μακεδονίας
σαν ένα θαυμαστό βιβλίο με του ήλιου τ' απομνημονεύματα
που τόγραψε ένας άγγελος ρωμιός με το τριπλό καλέμι
του Αισχύλου του Φεραίου του Μακρυγιάννη.
Πάνου στα βράχια των ξερόνησων που έσπαγε ο πυρετός της θάλασσας
κ' οι γλάροι ανεμοδέρναν τα τεφτέρια τους πάνου από τη νερένια μοναξιά της
σαλπίζοντας την τόλμη τους μέσα στην πράσινη αστραπή της θύελλας
κάτου στα υπόγεια των φυλακών πάνου στους μουχλιασμένους τοίχους
μες στα μπουντρούμια και στα ογρά απομονωτήρια
ενώ από πάνου με χοντρά καρφιά κάρφωναν τη σιωπή τα βήματα του δεσμοφύλακα
πάνου στα βράχια και τις πόρτες και τους τοίχους
σκάλισαν οι φυλακισμένοι μας σύντροφοι με τα νύχια τους
φαρδύ-πλατύ το κόκκινο όνομα σου μες στο κάδρο ενός μεγάλου σφυροδρέπανου
σάμπως τρικάταρτο καράβι λευτεριάς μέσα σε υδραϊίκο λιμάνι
δίπλα σε μια λαϊκή καρδιά που την τρυπάει το τόξο
δίπλα στο "αχ-βαχ" της πέρφανης και πικραμένης Ρωμιοσύνης
πάνου από τις υπογραφές των μελλοθάνατων
σα μια σφραγίδα φως απάνου στο σταχτί κατεβατό του νέου μαρτυραλόγιου
Όταν τις νύχτες το φεγγάρι περπάταγε σαν τη γάτα στα κεραμίδια τη λύπη μας
είτανε το δικό σου χέρι που άναβε μονομιάς το φως κ' έβαζε το ρολόι μας στη σωστή του ώρα
όταν το φεγγάρι αγκιστρωνότανε στα γένια των ανταρτών μας
είτανε το δικό σου μάτι που αγρυπνούσε πάνου από την τριγωνική εγκοπή
είτανε το δικό σου δάχτυλο σφηνωμένο στην σκανδάλη του δίκιου
όταν τις νύχτες οι μητέρες μετρούσαν τα παιδιά τους και βρίσκαν πως τους λείπει το ένα
είτανε συ που τους έλειπες μακριά-μακριά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
όταν τ' αγόρια μας καθάριζαν τα ντουφέκια τους στα προαύλια της δόξας
είτανε συ που δεν έλειπες κοντά-κοντά μαζί τους στην ψυχή και στον αγώνα.
Αστέρι-αστέρι οι Ελασίτες μας γράψαν στον ουρανό τα λόγια σου
αστέρι-αστέρι γράψανε το λόγια σου στην πράξη
αστέρι-αστέρι φούντωσε η άνοιξη της Αντίστασης
μέσα στην πράξη και στο λόγο σου που διάλεξες απ' το μεδούλι του λαού μας
Κι ως τόπες σύντροφε έτσι κ' έγινε -
ο κάθε βράχος κάθε ρεματιά κάθε χωριό ταμπούρι
καλύβα με καλύβα η κάθε πόλη με το σπίτι
ο κάθε δρόμος με το δρόμο η κάθε πέτρα με την άλλη πέτρα
χέρι με χέρι και καρδιά με την καρδιά
ορθά μπαϊράκια λευτεριάς του αγώνα καραούλια.
..................................................................................
Τώρα μας ήρθες σύντροφε όπως φτάνει ο ήλιος απ' την πόρτα της νύχτας
να φυτέψεις στο χώμα και στα στήθια μας τους σπόρους των άστρων που σύναξες
απ' όλες τις νύχτες να περπατήσεις τους μπαρουτοκαπνισμένους δρόμους της Αθήνας
που ακόμα εχτές τους δρασκελούσε η Λευτεριά
λάμποντας το ντουνιά ως την άκρη με την "τρομερή κόψη" της σπάθας της.
Τώρα μας ήρθες σύντροφε μ' ένα χοντρό στρατιωτικό χιτώνιο
απλός φαντάρος της παγκόσμιας λευτεριάς
δίχως παράτες και γαλόνια και παράσημα
μόνο με κείνο το χαμόγελο που κρέμασε με τα ίδια της τα χέρια η Λευτεριά στα χείλη σου
μόνο με το χαμόγελο σου το βαθύ στα χείλη της βαθειάς πληγής μας
μόνο με τη μεγάλη σου καρδιά γιομάτη απ την καρδιά μας
και πάνου στο σεμνό σου στήθος μοναχό παράσημο
δεμένο απόνα γαλανόλευκο λουρίδι
το κόκκινο χαμόγελο όλου του λαού μας
ο κόκκινος όρκος του.
Ήρθες.
Και κάπου εκεί στην Κοκκινιά σ' ένα καλύβι ασβεστωμένο
που η μάντρα του δέκα βολές γαζώθηκε απ' το ντουφεκίδι
που η πόρτα του δέκα βολές βάφτηκε μ' αίμα απ την κορυφή ως τα νύχια
και κάπου εκεί σ' ένα καμένο σπίτι στα Καλάβρυτα που απόμειναν στους μαύρους τοίχους του όλο-όλο τρία γράμματα
αυτά μονάχα-. Κ.Κ.Ε.
σαν το μονόγραμμα της λεβεντιάς σαν τρία κόκκινα άστρα
τρεις παπαρούνες της δικιάς μας άνοιξης
και κάπου εκεί σ' ένα καλύβι σιωπηλό της αντρειωμένης Ρούμελης
σ' ένα καλύβι του Μωριά σ' άλλο της Ήπειρος
ένας λεβέντης λέει: "νιώθω τα μπράτσα μου πιο δυνατά"
ένα κορίτσι λέει: "νιώθω το γαίμα μου πιο κόκκινο"
ένα παιδάκι λέει: "νιώθω δυο σπιθαμές ψηλότερος"
μια χήρα μάννα μες στα μαύρα σκύβει πάνου απ' τα ορφανά της
και λέει σφουγγίζοντας τα μάτια της: "ήρθε ο πατέρας σας παιδιά μου"
κι η Λευτεριά σου λέει: "καλώς το παιδί μου"
κ' εγώ σου στέλνω τούτο το τραγούδι απ' την ψυχή ολονώνε μας
για να σου πει το "καλωσόρισες" αδέλφι της ψυχής μας.

Αθήνα. Μάης 1945, Γιάννης Ρίτσος

 


ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ -μέρα αλληλεγγύης του διεθνούς προλεταριάτου και επαναστατικής ταξικής πάλης των εργατών κατά του καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού

Ενάντια στον πόλεμο, τον εθνικισμό-σωβινισμό-ρατσισμό και το φασισμό
Για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό

ΕΞΩ ΤΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟ-ΑΓΓΛΙΚΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΚΑΤΟΧΗΣ ΑΠ' ΤΟ ΙΡΑΚ
ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ

Σήμερα η εργατική τάξη και όλοι οι εργαζόμενοι της χώρας μα θα γιορτάσουν. μαζί με το προλεταριάτο

 


Στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Ζαχαριάδη

Με το Νίκο Ζαχαριάδη στο Νταχάου

Μετά τις μαρτυρίες των συγκρατούμενων του Ζαχαριάδη στο Νταχάου, του γερμανού κομμουνιστή ΟΣΚΑΡ ΧΙΝΚΕΛ και του αγωνιστή ΒΑΓΓΕΛΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΥ, έρχεται τώρα και μια τρίτη μαρτυρία, του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΗ, να διαψεύδει εκ νέου τις αθλιότητες των αδίστακτων λασπολόγων αντιζαχαριαδικών-αντιΚΚΕ 1918-55 εκδοτών των περιοδικών "ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑ"-"ΣΤΑΛΙΝ", κλπ.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης στο στρατόπεδο

- Μια άσχετη ερώτηση. Διάβασα κάπου ότι ο Νίκος Ζαχαριάδης, αρχηγός του Κομμουνιστικού Κόμματος, ήταν κι αυτός κρατούμενος στο Νταχάου. Εσείς τον συναντήσατε ποτέ;

- Ναι, βέβαια, πολλές φορές.

- Δούλευε κι αυτός στο ραφείο;

- Όχι, αυτός ήταν κάπου αλλού. Ο Ζαχαριάδης ήταν εκείνος που ήρθε και μας συνάντησε την πρώτη νύχτα που φτάσαμε στο στρατόπεδο κι ενώ περιμέναμε σε μια γωνιά μέχρι το πρωί. Ήταν σχεδόν ξημερώματα όταν μας πλησίασε. Μας είπε: "Σε λίγο θα έρθουν και θα σας ρωτήσουν αν κάποιος από σας πάσχει από μαλάρια. Θα απαντήσετε όλοι όχι, ακόμη κι αν κάποιος πάσχει. Διαφορετικά, θα χρησιμοποιηθείτε σαν πειραματόζωα".

Μας είπε επίσης ότι ακόμη κι αν κάποιος από μας είναι υπάλληλος η φοιτητής, να δηλώσει ένα επάγγελμα, κι ας μην το ξέρει, αλλιώς θα "σας δώσουν τις χειρότερες δουλειές". Εγώ όμως ήμουν ακόμη μαθητής και δεν γνώριζα κανένα επάγγελμα. Γι' αυτόν το λόγο δήλωσα μετά πως είμαι ράφτης. Ο Ζαχαριάδης μετά τις συμβουλές του εξαφανίστηκε αμέσως. Αργότερα αποδείχτηκε πόσο χρήσιμες στάθηκαν οι συμβουλές του. Εάν έλεγα ότι είμαι μαθητής θα με έστελναν στα μεταλλεία ή στα αλατωρυχεία. Στο ραφείο ήταν φυσικά καλύτερα. Από ραπτική δεν είχαν ιδέα, αλλά με τον καιρό, σιγά-σιγά, και με μερικές σφαλιάρες κατάφερα τελικά να μάθω.

- Τον Ζαχαριάδη τον βλέπατε συχνά;

- Κάθε Κυριακή. Τις Κυριακές δεν δουλεύαμε. Τότε είχαμε χρόνο να συζητάμε. Για ότι μπορείς να φανταστείς.

- Και για πολιτική;

- Όσο αυτό ήταν δυνατό. Αλλά δεν είχαμε πληροφόρηση, ούτε μια εφημερίδα, τίποτε. Που και που, όταν βρίσκαμε καμιά παλιά εφημερίδα όπως τον Λαϊκό Παρατηρητή στο εργοστάσιο, κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι. Υπήρχε επίσης το ραδιόφωνο του στρατοπέδου με μεγάλα μεγάφωνα στο χώρο παρουσίασης. Την πρώτη φορά παραξενεύτηκα πάρα πολύ, γιατί συνεχώς μιλούσε ο "Στάλιν". Σκέφτηκα τι να σημαίνουν όλα αυτά τα παράξενα. Ήταν ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μόσχας; Αλλά συνεχώς αναφερόταν η, λέξη "ατσάλι" και δεν πολυκαταλάβαινα. Φυσικά σ' αυτές τις ειδήσεις έλεγαν μόνον αυτά που τους συνέφεραν και που ήθελαν να μαθαίνουμε. Κάτι περισσότερο και πιο αντικειμενικό ήταν αδύνατο. Κάποιες φορές πληροφορούμασταν από τις "νέες εισόδους", από τους νεοφερμένους δηλαδή που έφταναν στο στρατόπεδο. Φυσικά κι αυτές οι ειδήσεις ήταν πλέον παλιές.

- Ο Ζαχαριάδης όμως βγήκε από το Νταχάου. Ισχύει ότι τον άφησαν πολύ πριν την απελευθέρωση των υπολοίπων;

- "Όχι. Η υπόθεση έχει ως εξής: Μόλις άρχισε η απελευθέρωση από το Νταχάου, ο Ζαχαριάδης έφυγε για το Μόναχο. Εκεί συναντήθηκε με κάποιους κατάδικους, αλλά αυτοί ήταν κρατούμενοι πολέμου κι όχι πολιτικοί κρατούμενοι. Ανάμεσα σ' αυτούς υπήρχαν και κάποιοι που τους γνωρίζαμε. Κάποιοι από τα Γιάννενα. Μ' αυτούς ήρθαμε σε επαφή όταν βρεθήκαμε στο Μόναχο. Μετά τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς ήμασταν υποχρεωμένοι να καθαρίσουμε τις πόλεις από τα ερείπια.

Ο Ζαχαριάδης είχε ολοφάνερα φόβους για το τι μπορούσε να συμβεί τις τελευταίες ώρες της απελευθέρωσης από το Νταχάου. Έφυγε λοιπόν και πήγε να βρει κάποιους ανθρώπους. Εμείς οι υπόλοιποι μείναμε. Θέλαμε να πάμε και εμείς, αλλά οι Αμερικανοί δεν μας άφησαν. Μετά από τέσσερις-πέντε μέρες πληροφορηθήκαμε ότι τον αναζητούσαν. Ίσως είχαν βρει κάτι στο αρχείο του στρατοπέδου ή είχαν κάποιες πληροφορίες γι' αυτόν. Υπέθεσαν λοιπόν ότι οι "δικοί του άνθρωποι" θα ήξεραν που κρύβονταν. Όμως από τους δικούς του δεν ήταν πλέον κανένας εκεί, εκτός από μένα και έναν άλλο, τον Νίκο Γιοκαρίνη. Σιγά-σιγά είχαν όλοι πάει στο Μόναχο - εμείς ξεμείναμε σ' ένα σχολείο.

................

Αυτός ήταν που ήρθε και μου είπε: "Ψάχνουν τον Ζαχαριάδη. Ξέρεις που μπορεί να είναι;" Εγώ βέβαια αρνήθηκα ότι ήξερα. "Ιδέα δεν έχω που μπορεί να είναι", του απάντησα.

Την ίδια στιγμή, όμως, σε κάποιον που γνώριζα και που του είχα εμπιστοσύνη του είπα: "Πήγαινε στο σχολείο, βρες τον Ζαχαριάδη, και πες του ότι τον ψάχνουν".

^ Ο Ζαχαριάδης, όμως, είχε προνοήσει και είχε ήδη φύγει. Όταν όμως έμαθαν ότι βρίσκεται στο Μόναχο δεν είχε πλέον κανένα λόγο να κρύβεται. Τους είπε ότι θέλει να φύγει στη Γαλλία. Πήγε στο Παρίσι κι από εκεί με άλλο όνομα ξαναγύρισε στην Ελλάδα, φυσικά όλα αυτά με τη βοήθεια του γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

- Ακούστηκε όμως ότι ο Ζαχαριάδης βγήκε από το Νταχάου λίγο πριν την απελευθέρωση. Αυτό ισχύει; Κατηγορήθηκε ότι κάρφωσε κι ότι μ' αυτό τον τρόπο εξαγόρασε την ελευθερία του. Αληθεύουν αυτές οι φήμες;

- Όχι, όχι. Όλα αυτά είναι ασύστολα ψέματα. Ούτε λόγος για κάτι τέτοιο.

- Υπάρχει κάποιος άλλος Έλληνας που να μπόρεσε να βγει από το Νταχάου πριν την απελευθέρωση;

- Όχι. Οι μόνοι που κατάφεραν να δραπετεύσουν ήταν καμιά δεκαριά Ρώσοι. Που πήγαν δεν γνωρίζω. Αυτό, τότε, πρακτικά ήταν αδύνατο. Δεν μπορούσαμε να κινηθούμε ελεύθερα. Δεκάχρονα παιδιά σε ρωτούσαν αν έχεις ταυτότητα. Δεν μπορούσες να πας πολύ μακριά. Τους Ρώσους δεν μπόρεσαν να τους βρουν. Όλους τους άλλους που κατάφεραν να δραπετεύσουν τους έπιασαν αμέσως. Για μας, στο στρατόπεδο, τέτοιου είδους καταστάσεις ήταν μαρτύριο. Κάθε φορά που κάποιος δραπέτευε μας καλούσαν σε αναφορά στο προαύλιο. Μας άφηναν εκεί να στεκόμαστε μέσα στο χιόνι μέχρι να τους πιάσουν. Πολλές φορές αυτό διαρκούσε περισσότερο από είκοσι τέσσερις ώρες. Ήταν πολλοί αυτοί που πέθαιναν από το κρύο και την ορθοστασία. Γι' αυτό λοιπόν καλύτερα να μην επιχειρούσε κανείς κάτι τέτοιο. Άλλωστε, ποιες πιθανότητες είχε να γλιτώσει κάποιος με ξυρισμένο κεφάλι, στολή τρελού και χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα.

Συνεχίζεται

Έλληνες κρατούμενοι στο Νταχάου
Μαρτυρία Δημήτρη Σωτηριάδη, έρευνα Ε. Ιντζέμπελη,
εκδόσεις Φιλίστωρ 2002

 

Οικονομική εξόρμηση

Με την ευκαιρία 100 χρόνων απ' τη γέννηση του ΝΙΚΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ και 30 χρόνων από τη δολοφονία του στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, μετά 17 χρόνια εξορίας, από την προδοτική σοσιαλδημοκρατική κλίκα των ΜΠΡΕΖΝΙΕΦ-ΦΛΩΡΑΚΗ

 

Γραφτείτε συνδρομητής

Ετήσια Συνδρομή 20 ευρώ

Οι συνδρομητές μπορούν να καταβάλουν τη συνδρομή τους με κατάθεση στο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με αρ. 155/919045-76 ή
με ταχυδρομική επιταγή
στη διεύθυνση: Τάσσος Μπάλλος, Τ.Θ. 3689, ΤΚ 102 10 Αθήνα


Ενισχύστε Οικονομικά την ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ

Με κατάθεση
στο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με αρ. 155/919045-76

Με ταχυδρομική επιταγή
στη διεύθυνση: Τάσσος Μπάλλος, Τ.Θ. 3689, ΤΚ 102 10 Αθήνα


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ

Στο Νίκο Ζαχαριάδη (ποίημα)

Ναζίμ Χικμέτ: Τα παιδιά μας

Το μπουντρούμι δεν τον λυγά (ποίημα)

Γιάννη Ρίτσου: Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης

Ζήτω η εργατική Πρωτομαγιά - Έξω τα αμερικανο-αγγλικά στρατεύματα κατοχής από το Ιράκ

Με το Ν. Ζαχαριάδη στο Νταχάου: Μαρτυρία Δημήτρη Σωτηριάδη

 

Πολιτική επιτροπή για την ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ του ΚΚΕ 1918-55