Εφημερίδα Ανασύνταξη
Θέσεις
Αφίσες
Ανακοινώσεις τύπου
Δελτίο
Προκηρύξεις
Σύνδεσμοι
Επικοινωνία

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞH ΑΡΧΕΙΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αρ. Φύλ. 271 1-15/4/2008Αρ. Φύλ. 271 1-15 Απρίλη 2008
ΕΞΩ ΤΟ ΝΑΤΟ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι
Όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων - Φιάσκο της κυβέρνησης Μπους

Η Σύνοδος του επιθετικού στρατιωτικού συνασπισμού του ΝΑΤΟ που έληξε στις 4 Απρίλη χαρακτηρίζεται από μια πιο εμφανή μα προπαντός ολοένα και εντονότερη διαμάχη μεταξύ των ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων κρατών-μελών αλλά και των μικρότερων χωρών που το απαρτίζουν, διαμάχες που απορρέουν από την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων εξαιτίας των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων τους και του μεταξύ τους ανταγωνισμό για ξαναμοίρασμα του κόσμου και την επέκταση των σφαιρών επιρροής τους.

Ισχυρός είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ των ΗΠΑ-Ρωσίας-ΕΕ και στο χώρο των Βαλκανίων λόγω της στρατηγικής του θέσης επειδή δεσπόζει στις γύρω κατευθύνσεις αλλά και του ελέγχου των αγωγών πετρελαίου-φυσικού αερίου, ανταγωνισμός οξύτατος και πολύ επικίνδυνος για όλους τους λαούς της περιοχής.

Μια πρώτη και κύρια επιδίωξη των αμερικανών ιμπεριαλιστών σ’ αυτή τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ ήταν η επέκταση-διεύρυνσή του προς Ανατολάς και την ένταξη νέων χωρών σ’ αυτό, όπως Αλβανία, Κροατία και ΠΓΔ Μακεδονίας αλλά και των Ουκρανίας-Γεωργίας.

Όμως αυτή επιδίωξη των ΗΠΑ σημείωσε πλήρη αποτυχία γιατί η μεν ένταξη των Αλβανίας-Κροατίας ήταν σίγουρη και αναμενόμενη, η δε προσπάθεια για πρόσκληση της ΠΓΔ Μακεδονίας δεν είχε θετικό αποτέλεσμα λόγω της διαμάχης για το «όνομα» με την Ελλάδα, ενώ η πρόταση για πρόσκληση στο ΝΑΤΟ των χωρών Ουκρανίας-Γεωργίας δεν έγινε δεκτή απ’ τις άλλες χώρες μέλη (26 συνολικά), κυρίως τις δυο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις Γερμανία-Γαλλία.

Στόχος, και μάλιστα προφανέστατος, των αμερικανών ιμπεριαλιστών είναι η περικύκλωση της Ρωσίας μέσω της επέκτασης του ΝΑΤΟ ως τα σύνορά της, αλλά και μέσω της εγκατάστασης της διαβόητης «αντιπυραυλικής ασπίδας» σε Τσεχία-Πολωνία, μετά την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων σε Ρουμανία και Βουλγαρία.

Ασφαλώς στην περίπτωση της ένταξης της Ουκρανίας και Γεωργίας στο ΝΑΤΟ δεν είναι μόνο η Ρωσία σφόδρα αντίθετη, η οποία άμεσα απειλείται από περικύκλωση, αλλά και οι Γερμανία-Γαλλία που δεν θέλουν να βρεθούν, για τα δικά τους συμφέροντα, σε σύγκρουση με τη Ρωσία αλλά ούτε και το οποιοδήποτε δυνάμωμα – και πολύ περισσότερο το στρατιωτικό – της παρουσίας των ΗΠΑ στην Ευρώπη επιθυμούν.

Ο διπλωματικός τρόπος απόρριψης της πρότασης Μπους από Γερμανία-Γαλλία και ιδιαίτερα από την πρώτη που δήλωσε την παραμονή της Συνόδου δια στόματος Μέρκελ, ότι οι χώρες Ουκρανία-Γεωργία δεν είναι ακόμα «έτοιμες» για το ΝΑΤΟ δεν αλλάζει σε τίποτε την υπαρκτή αντίθεση αλλά και τη βαρύνουσα σημασία της στάσης των δυο μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών της Ευρώπης σ’ αυτό το ζήτημα. Γι’ αυτό ήταν επόμενο η εσπευσμένη επίσκεψη Μπους στην Ουκρανία και οι ανάλογες διαβεβαιώσεις εκ μέρους του να μην βοηθήσουν σε τίποτε την προώθηση αυτού του ζητήματος.

Για το ζήτημα της «αντιπυραυλικής ασπίδας» που αφορά την εγκατάσταση 10 εκτοξευτήρων πυραύλων μέχρι το 2012 στην Πολωνία και ενός υπερσύγχρονου Ραντάρ στην Τσεχία που τάχα θα προστατεύσουν την Ευρώπη από πιθανές Ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις, δε σημειώθηκε καμιά πρόοδος.

Όσον αφορά την αποστολή νέων στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, ένα θέμα για το οποίο πολύ πίεζαν η ΗΠΑ, μόνο ο Σαρκοζί υποσχέθηκε να αποστείλει 700-800 στρατιώτες, ενώ ταυτόχρονα ανακοίνωσε την επιστροφή της Γαλλίας στο ΝΑΤΟ μετά 42 χρόνια απουσίας μετά την απόσυρσή της από το Στρατηγό Ντε Γκωλ.

Απ’ την πλευρά του ο Πούτιν, με γνώμονα τα συμφέροντα της Ρωσίας αντιτάχθηκε στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, ενώ ο Σεργκεϊ Πριχότκο (διπλωματικός σύμβουλος του Πούτιν) δήλωσε: «η Μόσχα είναι διατεθειμένη για μια πιο στενή, ανοικτή και υποχρεωτικά ισότιμη συνεργασία με το ΝΑΤΟ, η οποία ανταποκρίνεται στα κρατικά συμφέροντα της Ρωσίας» για να προσθέσει: «το ερώτημα είναι σε πιο βαθμό σε αυτή τη συνεργασία υπολογίζονται τα συμφέροντα της χώρας μας και σε πιο βαθμό τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ είναι έτοιμα να τα υπολογίσουν».

Η αντιδραστική κυβέρνηση Καραμανλή υποτακτική των αμερικανών ιμπεριαλιστών έχει συμφωνήσει τόσο με την πρότασή τους για διεύρυνση του ΝΑΤΟ γενικά αλλά και προς Ανατολάς όσο και με την πρόταση για εγκατάσταση της λεγόμενης «αντιπυραυλικής ασπίδας» σε Πολωνία-Τσεχία, ενώ τώρα θριαμβολογεί για την «επιτυχία» της δηλ. το οφθαλμοφανέστατο αδιέξοδο της εθνικιστικής πολιτικής και την πλήρη και παταγώδη διπλωματική ήττα σχετικά με το «όνομα» της ΠΓΔ Μακεδονίας που την οδήγησε στο «βέτο».

Καθήκον των κομμουνιστών είναι να καταπολεμήσουν τόσο τους επικίνδυνους φιλοπόλεμους τυχοδιωκτισμούς των ΝΑΤΟικών και όλων των άλλων ιμπεριαλιστών όσο και τους τυχοδιωκτισμούς των αντιδραστικών εθνικιστικών-σοβινιστικών δυνάμεων της χώρας μας αλλά και των γειτονικών χωρών που βρίσκονται στην υπηρεσία των φιλοπόλεμων σχεδίων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.


ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ – ανοιχτή και προκλητική στήριξη της κυβέρνησης για να περάσει το αντιασφαλιστικό έκτρωμα απ’ τις ηγεσίες των «Κ»ΚΕ-ΠΑΜΕ

«Ριζοσπάστης»: «είναι προκλητικοί οι συνδικαλισταράδες της ΔΕΗ» («Ρ» 8/3/2008 σελ. 32)

Επίθεση Παπαρήγα στους απεργούς της ΔΕΗ με πρόσχημα: «σας χαρίζομε το ΙΚΑ σας» - «σήμερα το πρωί τους άκουγα: εμείς δεν γινόμαστε ΙΚΑ» («Ρ» 8/3/2008)

Παπαρήγα: «αυτό το κίνημα δεν θα έχει κατακτήσεις, καθαρά πράγματα» – «η κυβέρνηση θα περάσει το νομοσχέδιο» («Ρ» 14/3/2008)

«Ριζοσπάστης»: «ΠΑΡΑΠΛΑΝOYΝ ΤΟ ΛΑΟ οι ηγεσίες ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ («Ρ»27/3/2008,σελ.1)

Στο προηγούμενο φύλλο σε σημείωμα που αναφέρονταν στους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατό η εργατική τάξη και τα εκατομμύρια των εργαζομένων να αποκρούσουν την επίθεση κεφαλαίου-κυβέρνησης σημειώνονταν ότι η κυριότερη αιτία (μαζί με άλλες) ήταν η προδοτική στάση των ρεφορμιστών εργατοπατέρων των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και εκείνων των ρεφορμιστικών συνδικαλιστικών παρατάξεων ΠΑΣΚΕ-ΠΑΜΕ-ΑΥΤ.ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, οι οποίοι δεν κλιμάκωσαν των αγώνα με πολυήμερες συνεχείς απεργίες, γι’ αυτό και φέρνουν και την πρώτη ευθύνη.

Απ’ το χώρο των πολιτικών κομμάτων που σήμερα εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο, το σοσιαλδημοκρατικό «Κ»ΚΕ (από κοντά του οι ηγέτες του ΠΑΜΕ και ο «Ριζοσπάστης») ήταν το μόνο κόμμα που στήριξε σταθερά και με τον πλέον προκλητικό τρόπο την αντιδραστική κυβέρνηση για να περάσει το αντιασφαλιστικό έκτρωμα.

Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να παραπλανούνται και να εξαπατούνται απ’ τις δημαγωγικές κορώνες των σοσιαλδημοκρατών ηγετών του «Κ»ΚΕ και των ρεφορμιστών του ΠΑΜΕ περί «ενότητας» και «μαζικών αγώνων», κλπ. όταν οι ίδιοι είναι εκείνοι που πρωτοστατούν στη διάσπαση και έχουν εξελιχθεί σε υπ’ αριθμόν 1 απεργοσπάστες στην υπηρεσία των κυβερνητικών σχεδίων με τις απεργοσπαστικού χαρακτήρα ξεχωριστές συγκεντρώσεις, αλλά πρέπει να κρίνουν απ’ τη στάση τους στη πράξη και στη συγκεκριμένη περίπτωση απ’ τη στάση τους καθόλη τη διάρκεια του απεργιακού τους αγώνα ενάντια στο νομοσχέδιο για το Ασφαλιστικό.

Είναι γνωστό ότι οι δυναμικότερες και μαχητικότερες απεργίες (πέρα απ’ τις άλλες), που ξέσπασαν με αφορμή το Ασφαλιστικό ήταν εκείνες των εργαζομένων στις Τράπεζες, στη ΔΕΗ και στην τοπική Αυτοδιοίκηση.

Η απεργία των εργαζομένων στη ΔΕΗ ήταν εκείνη που συγκέντρωσε απ’ την πρώτη στιγμή τα περισσότερα και τα πιο συντονισμένα πύρα της κυβέρνησης και των ΜΜΕ καθώς και των βιομηχάνων καπιταλιστών, μια λυσσασμένη συκοφαντική εκστρατεία με τα περί «ρετιρέ», «προνομιούχων», κλπ. κλπ.

Ακριβώς σ’ αυτή τη μαχητική απεργία, που ενόχλησε αφάνταστα την κυβέρνηση και τους βιομηχάνους, αποκαλύφθηκε εκ νέου και το αποκρουστικό προδοτικό πρόσωπο της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του «Κ»ΚΕ, το ρεφορμιστών του ΠΑΜΕ και της αστικής φυλλάδας «Ριζοσπάστης», πιστών υπηρετών των συμφερόντων του κεφαλαίου, ξετσίπωτων και προκλητικών λακέδων του.

Ακριβώς για το σπάσιμο αυτής της πολύ ενοχλητικής απεργίας κλήθηκαν απ’ την αστική τάξη οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες να ταχθούν και τάχθηκαν ανοιχτά στο πλευρό της κυβέρνησης όπως έπραξαν και το 2006 στην περίπτωση των φοιτητικών καταλήψεων.

Ας απαριθμηθούν μόνο τα κυριότερα σημεία της προδοτικής τους στάσης-δράσης:

Πρώτο, ήδη από την πρώτη στιγμή η γραμματέας του «Κ»ΚΕ, σοσιαλδημοκράτισσα Παπαρήγα, βγήκε, μ’ εντολή της κυβέρνησης Καραμανλή, πρώτη στο «κλαρί» και άρχισε να επιτίθεται αδίστακτα και με θράσος στην απεργία των εργαζομένων της ΔΕΗ – ας σημειωθεί πως δεν το έπραξε κανένας άλλος ηγέτης κόμματος – στάθηκε στην πρώτη γραμμή μόνη της, παρουσιάζοντάς τους και κατασυκοφαντώντας τους εργαζόμενους αυτού του κλάδου ως «προνομιούχους» που τάχα «δεν θέλουν» το ΙΚΑ. Χρησιμοποίησε προς το σκοπό αυτό ένα πανό των απεργών που έγραφε: «σας χαρίζομε το ΙΚΑ σας» και ότι ακόμα (7 Μάρτη): «σήμερα το πρωί τους άκουγα: εμείς δεν γινόμαστε ΙΚΑ» («Ρ» 8/3/2008, σελ. 14) και διαστρεβλώνοντας, με γκεμπελίστικο τρόπο, το σαφέστατο και πέρα για πέρα σωστό περιεχόμενο του συνθήματος που απευθύνονταν στους υπουργούς της κυβέρνηση, λέγοντάς τους: α) σας χαρίζομε το ΙΚΑ που εσείς χρεοκοπήσατε, β) η «ενοποίηση» που προτείνετε δεν λύνει το Ασφαλιστικό αλλά είναι ενοποίηση χρεοκοπίας και όλων των άλλων Ταμείων στο «πρότυπο» του ΙΚΑ, γ) θα αγωνιστούμε για να αποτρέψουμε την επιχειρούμενη λεηλασία των Ταμείων μας.

Οι συκοφαντίες αυτές σε βάρος των εργαζομένων της ΔΕΗ περί «προνομιούχων» που «δεν θέλουν το ΙΚΑ» είναι οι γνώριμες συκοφαντίες της κυβέρνησης περί «ρετιρέ», κλπ., τις οποίες η Παπαρήγα επαναλάμβανε σε όλους τους τόνους και ήταν επόμενο να προπαγανδιστούν, μέρες ολόκληρες, από τα ΜΜΕ.

Την ίδια μέρα έδωσε εντολή στους υποταχτικούς της δημοσιογραφίσκους του «Ριζοσπάστης» να επιτεθούν με τον πλέον χυδαίο τρόπο – μεσούσης μάλιστα της απεργίας – στους συνδικαλιστές της ΔΕΗ που καθοδηγούσαν την απεργία αποκαλώντας τους «συνδικαλισταράδες» που «κάνουν αγώνα τώρα που θίγονται κάποιοι της ΔΕΗ!… είναι προκλητικοί οι συνδικαλισταράδες της ΔΕΗ» («Ρ» 8/3/2008, σελ. 32), ενώ ήταν πασίγνωστο ότι ο αγώνας δεν έγινε επειδή «κάποιοι της ΔΕΗ θίγονταν» όπως συκοφαντικά ισχυρίζονται οι γκεμπελίσκοι του «Ριζοσπάστη», αλλά επειδή θίγονταν τα πολλά εκατομμύρια των εργαζομένων όλης της χώρας, μαζί τους και οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ, με την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και απειλούνταν άμεσα όλα εκείνα τα Ταμεία των εργαζομένων που έχουν πλεόνασμα, απειλούνται με νέα καταστροφική επιδρομή των «γαλάζιων κουμπάρων» μαφιόζων, μετά απ’ την πρωτοφανή και μεγάλη τους λεηλασία απ’ τους μαφιόζους υπουργούς με τα «δομημένα Ομόλογα».

Δεύτερο, μια βδομάδα αργότερα, στα μέσα Μάρτη και στο αποκορύφωμα των απεργιών, η Παπαρήγα σε πολυσέλιδη συνέντευξή της ξεσπαθώνει εκ νέου – ως ανοιχτός πλέον εκπρόσωπος της κυβέρνησης Καραμανλή – κλιμακώνει και γενικεύει την επίθεσή της (περνώντας απ’ την επίθεση στους εργαζόμενους της ΔΕΗ σ’ όλους τους εργαζόμενους της χώρας) ενάντια στο απεργιακό κίνημα των εργαζομένων δηλώνοντας α) ότι «αυτό το κίνημα δεν θα έχει κατακτήσεις, καθαρά πράγματα», και β) «η κυβέρνηση θα το περάσει» («Ρ» 14/3/2008, σελ.7-10) το νομοσχέδιο, προεξοφλώντας έτσι την ήττα του απεργιακού κινήματος και ταυτόχρονα συστήνοντας στους εργαζόμενους, εμμέσως πλην σαφώς, να σταματήσουν τις απεργιακές κινητοποιήσεις, αφού η συνέχιση του απεργιακού τους αγώνα είναι ανώφελη και περιττή, τη στιγμή που αυτό έχει ηττηθεί και η κυβέρνηση θα περάσει το νομοσχέδιο.

Τρίτο, ενώ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και τα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και όλοι οι εργαζόμενοι ζητούσαν απόσυρση του νομοσχεδίου, η ηγεσία του «Κ»ΚΕ υποχρεώνεται εκ των πραγμάτων να αποδεχτεί τυπικά το αίτημα της «απόσυρσης» (για να μην αυτοξεσκεπαστεί αρνούμενη την αποδοχή του), όμως δεν το έθεσε στο κέντρο της δράσης και των παρεμβάσεών της και επιπλέον το θέμα δεν προβλήθηκε καθόλου απ’ το «Ριζοσπάστη». Απ’ την άποψη αυτή χαρακτηριστικά είναι τα πρωτοσέλιδα τριών εφημερίδων της ίδιας ημερομηνίας: η «Ελευθεροτυπία» έχει ως πρωτοσέλιδο: «Καθολική αντίδραση για το Ασφαλιστικό» και από κάτω ένα τεράστιο «ΟΧΙ» (19/3/2008), η «Αυγή» έχει: «ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ» και από κάτω: «ΝΑ ΑΠΟΣΥΡΘΕΙ!» (19/3/2008), ενώ ο «Ριζοσπάστης» έχει ως πρωτοσέλιδο τον απεργοσπαστικό τίτλο: «ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΠΑΜΕ» (19/3/2008) και καθόλου δεν κάνει λόγο για «απόσυρση» του αντιασφαλιστικού νομοσχεδίου ούτε αν το αποδέχονται ή όχι οι εργαζόμενοι.

Τέταρτο, καθόλη την διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων τα στελέχη των «Κ»ΚΕ-ΠΑΜΕ δεν έστρεφαν τα πυρά τους ενάντια στην κυβέρνηση Καραμανλή που είχε φέρει και θα ψήφιζε το έκτρωμα για το Ασφαλιστικό αλλά ενάντια στους ρεφορμιστές ηγέτες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, λες και αυτοί ήταν κυβέρνηση και είχαν προτείνει και θα ψήφιζαν το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο, με πιο αποκαλυπτική-χοντροκομμένη, ανάμεσα σε πολλές άλλες, περίπτωση, εκείνη του νεαρού, άπειρου και νεοφώτιστου στην προδοτική τακτική της σοσιαλδημοκρατίας δισέγγονου του Νικήτα Χρουστσόφ και νεόκοπου γραμματέα της σοσιαλδημοκρατικής «Κ»ΝΕ, Γ. Πρωτούλη που δήλωσε, παραμονές της μεγάλης απεργίας, σε συγκέντρωση στην Αγ. Βαρβάρα με απεργοσπαστικό ίστρο: «ειδικά σ’ αυτή την απεργία, οι εργάτες να γυρίσουν την πλάτη στους ξεπουλημένους» («Ρ» 18/3/2008, σελ. 6), λες και δεν ήταν ξεπουλημένοι οι νέοι χρουστσοφικοί σοσιαλδημοκράτες που πρόδωσαν και κατέστρεψαν τα πάντα στο κομμουνιστικό κίνημα, μεταξύ των οποίων και τη μεγάλη Σοσιαλιστική Σοβιετική Ένωση των ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ, πρωτοστάτησαν και αγωνίστηκαν «με νύχια και με δόντια» απ’ τις αρχές-μέσα της δεκαετίας του ΄50 να φέρουν τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες στον καπιταλισμό.

Πέμπτο, η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία και ο «Ριζοσπάστης» δεν έστρεψαν τα πύρά τους ενάντια στην κυβέρνησης άλλα ενάντια στα κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως βεβαιώνει ο πρωτοσέλιδος τίτλος: «ΠΑΡΑΠΛΑΝΟΥΝ ΤΟ ΛΑΟ οι ηγεσίες ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ» («Ρ» 27/3/2008, σελ. 1), λες και αυτά τα κόμματα είναι σήμερα κυβέρνηση και θα ψήφιζαν το νομοσχέδιο-έκτρωμα, επίθεση που κύριο στόχο είχε να αφήνει και προφανώς άφησε στο απυρόβλητο την αντιδραστική κυβέρνηση Καραμανλή για να περάσει ανενόχλητη το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο.

Έκτο, τέλος, η αυλαία των πράξεων της προδοτικής στάσης της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ κλείνει με την ξεχωριστή απεργοσπαστική συγκέντρωση των ρεφορμιστών ηγετών του ΠΑΜΕ και με την κάθοδο των «μυρίων» της Παπαρήγας στο λαό, απεργοσπαστική στάση που πάντα είχε και έχει την επιδοκιμασία και τους επαίνους των υπουργών της κυβέρνησης Καραμανλή (Α.Ανδρεουλάκος (2005): «όταν τα εργατικά κόμματα θεωρούν εργάσιμη την Πρωτομαγιά, εγώ θα διαφωνήσω;») και που ταυτόχρονα δείχνει ότι η ταχτική των ρεφορμιστών του ΠΑΜΕ όχι μόνο «σεκταριστική» δεν είναι και πολύ περισσότερο δεν σημαίνει «αποθέωση του σεχταρισμού» όπως διατείνονται οι διάφοροι δεξιοί οπορτουνιστές του «ΠΡΙΝ», «ΛΑΪΚΟΥ ΔΡΟΜΟΥ»(23/3/2008, σελ.9), κλπ., παραπλανώντας τους εργαζόμενους αλλά αντίθετα τα τελευταία χρόνια οι ηγέτες του ΠΑΜΕ κινούνται – ακριβώς εξαιτίας της απεργοσπαστικής τους δράσης-στάσης προς όφελος των συμφερόντων του κεφαλαίου και στην υπηρεσία των κυβερνητικών σχεδίων – ακόμα δεξιότερα, στα πλαίσια προφανώς του ρεφορμισμού, και απ’ τους εργατοπατέρες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, κι’ αυτό ανεξάρτητα απ’ τις μόνιμες και ακατάσχετες περί «αντεπίθεσης» (ανύπαρκτης βέβαια στην πράξη) φλυαρίες με τις οποίες προσπαθούν να αποκρύψουν απ’ την εργατική τάξη και όλους τους εργαζόμενους ακριβώς αυτή τη δεξιά απεργοσπαστική δράση και προδοτική στάση των ρεφορμιστών ηγετών του ΠΑΜΕ.

 


Σοσιαλισμός-ταξική πάλη στη Σοβιετική Ένωση (1936-1953): αμφισβήτηση, παραποιήσεις και κατασυκοφάντησή του

Συνέχεια από το φ. 269

4. «Αντιχρουστσοφικοί» ρεβιζιονιστές.

Η ολοκλήρωση της οικοδόμησης της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού (= δυο μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατική-συναιτεριστική) – μέσα από σφοδρότατη ταξική πάλη – επέβαλλε, ως γνωστόν, την ψήφιση του νέου Συντάγματος της χώρας που εγκρίθηκε απ’ το 8ο πανενωσιακό συνέδριο των Σοβιέτ το Δεκέμβρη του 1936.

Από τότε, αυτή η νέα περίοδος 1936-1940 δεν είναι μόνο η περισσότερο συκοφαντημένη απ’ τους ιμπεριαλιστές, τη σοσιαλδημοκρατία, τους τροτσικιστές και τους Τίτο-χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές αλλά είναι και η πιο – και μάλιστα σε ακραίο βαθμό – διαστρεβλωμένη απ’ τους διάφορους «αντιχρουστσοφικούς» δεξιούς οπορτουνιστές ιστορική περίοδος της Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης.

Δίπλα στ’ άλλα αντιμαρξιστικά ρεύματα και το νέο ρεβιζιονιστικό ρεύμα που εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 με τη μορφή της αντισταλινικής «λαθολογίας», διαστρέβλωσε-διαστρεβλώνει τη μετά το ΄36 περίοδο του σοσιαλισμού στη Σοβ. Ένωση(τάξεις, αντιθέσεις, ταξική πάλη και Διχτατορία του Προλεταριάτου). Οι διάφορες αντισταλινικές «αντιχρουστσοφικές» ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις αλλά και σφόδρα αντιζαχαριαδικές, όπως οι τρεις πρώτες (ΚΚΕ (μ-λ), Μ-Λ ΚΚΕ, ΚΟΕ, ΟΑΚΚΕ, ΕΚΚΕ κλπ.), διαστρεβλώνοντας κατάφορα αυτή την ιστορική περίοδο, επιτίθενται στο ΣΤΑΛΙΝ και τον κατηγορούν ότι τάχα «διακήρυξε πρόωρα το 1936…» πως «δεν υπήρχαν πια ανταγωνιστικές τάξεις στη Σ.Ε.», πως «υποτίμησε» ή «εγκατέλειψε» την «ταξική πάλη», πως «δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην ΕΣΣΔ (θέση που αναίρεσε ο ίδιος λίγο πριν το θάνατό του)», πως «το βασικό λάθος αυτής της περιόδου είναι ότι από ένα σημείο και ύστερα υποτιμήθηκε το ζήτημα της ταξικής πάλης», πως «οι τάξεις στη Σ.Ε. έχουν εξαφανιστεί και η ταξική πάλη έχει τελειώσει, αν και αργότερα, αρχές της δεκαετίας του ΄50, η θέση αυτή ουσιαστικά αναιρείται», κλπ. κλπ..

Επιβάλλεται να γίνουν μερικές σύντομες αλλά βασικές παρατηρήσεις πάνω σε αυτές τις αντιμαρξιστικές απόψεις απ’ τη σκοπιά του επαναστατικού μαρξισμού δηλ. του Λενινισμού-Σταλινισμού, γιατί αυτές οι απόψεις προβάλλονται και «περνούν» για «μαρξισμός» ενώ διαστρεβλώνουν κατάφορα το μαρξισμό και το σπουδαιότερο: αποπροσανατολίζουν το επαναστατικό εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, «μπολιάζοντάς» το με αστικο-ρεβιζιονιστικές απόψεις:

Πρώτο, ένας απ’ τους πρώτους και ο πλέον χονδροειδής μύθος είναι ο ψευδέστατος ισχυρισμός των ΕΚΚΕ - Μ-ΛΚΚΕ και του ΚΚΕ(μ-λ) ( αλλά και όλων των άλλων δεξιών οπορτουνιστών) ότι δήθεν ο ΣΤΑΛΙΝ απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ΄30 «είχε»-διατύπωσε την «άποψη» ότι «οι ΤΑΞΕΙΣ στη Σ.Ε. έχουν εξαφανιστεί»: «από μια περίοδο και πέρα από τα μέσα της δεκαετίας του ΄30 επικράτησε η άποψη ότι οι τάξεις στη Σ.Ε. έχουν εξαφανιστεί και η ταξική πάλη έχει τελειώσει. Αν και αργότερα, αρχές της δεκαετίας του ΄50, η θέση αυτή ουσιαστικά αναιρείται, η επικράτησή της όμως για ένα διάστημα, υποβοήθησε την ανάπτυξη των νέων αστικών στοιχείων και αδυνάτισε τον ιδεολογικό αγώνα της εργατικής τάξης για την στερέωση της διχτατορίας του προλεταριάτου» (ΕΚΚΕ - Μ-ΛΚΚΕ: «Τα υλικά του 1ου Ενωτικού Συνέδριου, 3-5 Μάρτη 1984», σελ. 19). Το δε ΚΚΕ(μ-λ) εκτιμά- «πληροφορεί»: «χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας της Σοβιετικής Ένωσης όπου το 1936 επίσημα, μέσα στο σοβιετικό Σύνταγμα αναιρείται ουσιαστικά η ταξική πάλη και συνεπώς η διχτατορία του προλεταριάτου… βέβαια ο ίδιος ο Στάλιν όταν έγραφε το 1952 τα «Προβλήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» έμμεσα και απαντώντας στον Γιαροσένκο έρχεται ν’ αναθεωρήσει τη θέση αυτή και να υποστηρίξει τη συνέχιση της ταξικής πάλης μέσα σε συνθήκες οικοδόμησης του σοσιαλισμού… τη στιγμή που για δυο δεκαετίες ίσχυε και προβάλλονταν επίσημα η ανυπαρξία των τάξεων και της πάλης ανάμεσά τους…» (ΚΚΕ(μ-λ): «Αναφορά στον Στάλιν και στα γεγονότα του 1936-38» σελ. 7, Απρίλης 1989)

Πρόκειται και στις δυο περιπτώσεις για προκλητικότατη, σπάνιας χυδαιότητας μα και της πιο ακραίας μορφής διαστρέβλωση του επαναστατικού έργου του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ.

Όμως η εισήγηση του ΣΤΑΛΙΝ για το νέο Σύνταγμα της Σοβιετικής Ένωσης (1936), που, αναλύοντας επιστημονικά τη νέα οικονομικο-κοινωνικο-ταξική πραγματικότητα της Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης, ορθά διαπίστωνε ότι στην τότε κοινωνία της είχε αλλάξει και η ταξική διάρθρωση, διαψεύδει το χονδροειδέστατο ψεύδος των «αντιχρουστσοφικών» αντισταλινικών ρεβιζιονιστών: «σαν αποτέλεσμα του νικηφόρου τέλους του εμφυλίου πολέμου, η τάξη των τσιφλικάδων είχε πια εξαλειφθεί. Κι όσο για τις άλλες εκμεταλλεύτριες τάξεις, συμμερίστηκαν την τύχη της τάξης των τσιφλικάδων. Εξαφανίστηκε η τάξη των καπιταλιστών απ’ τον τομέα της βιομηχανίας. Εξαφανίστηκε η τάξη των κουλάκων απ’ τον τομέα της αγροτικής οικονομίας. Εξαφανίστηκαν οι έμποροι και οι κερδοσκόποι απ’ τον τομέα της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Έτσι εξαλείφθηκαν όλες οι εκμεταλλεύτριες τάξεις. Έμεινε η εργατική τάξη. Έμεινε η τάξη των αγροτών. Έμειναν οι διανοούμενοι» (ΣΤΑΛΙΝ).

Το παραπάνω απόσπασμα της Εισήγησης «πείθει» και τον πιο κακόπιστο οπορτουνιστή (οι μόνοι που δεν πείθονται είναι οι «αντιχρουστσοφικοί» των αντισταλινικών Οργανώσεων) αλλά και οποιονδήποτε άλλον, ότι ο ΣΤΑΛΙΝ δεν μιλάει για «ανυπαρξία των τάξεων» ή για «εξαφάνιση των τάξεων στη Σοβ. Ένωση» εκείνης της ιστορικής περιόδου αλλά μ ό ν ο για εξάλειψη των ε κ μ ε τ α λ λ ε υ τ ρ ι ώ ν τάξεων δηλ. τσιφλικάδων, καπιταλιστών, κουλάκων και των εμπόρων-κερδοσκόπων (ΣΤΑΛΙΝ: «εξαλείφθηκαν όλες οι εκμεταλλεύτριες τάξεις»), ενώ παρέμεναν οι δυο φιλικές τ ά ξ ε ι ς: εργατική τάξη-αγροτιά και οι διανοούμενοι.

Είναι λυπηρό ότι αυτός ο μύθος έχει υιοθετηθεί άκριτα και χωρίς έλεγχο και επαναλαμβάνεται από κάποιους του χώρου της διανόησης, που θάπρεπε να τους διακρίνει μεγαλύτερη σοβαρότητα και επιπλέον, ακόμα χειρότερα, η περίπτωσή τους δείχνει ότι δεν έχουν καν διαβάσει το κείμενο της Εισήγησης του ΣΤΑΛΙΝ για το Σύνταγμα του 1936.

Δεν χρειάζονται βέβαια σχολιασμό τα περί «διόρθωσης» της θέσης αργότερα εκ μέρους του ΣΤΑΛΙΝ, γιατί απλούστατα δεν είχε υποστηρίξει ποτέ τέτοια ή παρόμοια θέση και επομένως δε χρειάστηκε να τη «διορθώσει» στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» (1952). Όσο για τις δυσθεώρητες ανοησίες, που ξεπερνούν σε μέγεθος ακόμα και τις υψηλότερες κορυφές των Ιμαλαΐων, περί «αναίρεσης της ταξικής πάλης» που τάχα «ίσχυε για δυο δεκαετίες», αυτές μόνο τρανταχτά γέλια και καγχασμούς προκαλούν και προπαντός εκείνη σύμφωνα με την οποία στη βάση των απόψεων του ΣΤΑΛΙΝ «μπορεί να οικοδομηθεί αβίαστα η θεωρία του «παλλαϊκού κράτους»» των προδοτών χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών. Εδώ οι δεξιοί οπορτουνιστές των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστικών Οργανώσεων φτάνουν σε κορυφαίο σημείο γελοιότητας.

Δεύτερο, το σύνολο της αντιμαρξιστικής κριτικής στο ΣΤΑΛΙΝ των «αντιχρουστσοφικών» Οργανώσεων σχετίζεται άμεσα με μια αντιμαρξιστική αστικο-ρεβιζιονιστική αντίληψη του σοσιαλισμού που αυτές έχουν, προβάλλουν και προπαγανδίζουν και η οποία βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση-ρήξη με το μαρξισμό, την οποία με σαφέστατο τρόπο έχει διατυπώσει το Μ-Λ ΚΚΕ: «το προλεταριάτο και η αστική τάξη είναι οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και επίσης παραμένουν οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας» («Η Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ, 7-9 Ιουνίου 1991», σελ. 65, Αθήνα 1991).

Οι «αντιχρουστσοφικοί» ρεβιζιονιστές του Μ-Λ ΚΚΕ ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι παραμένουν-διατηρούνται στο «σοσιαλισμό» το προλεταριάτο και η αστική τάξη σαν «οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας», εννοώντας προφανώς μετά την οικοδόμηση της οικονομικής του βάσης (δυο μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατική-συνεταιριστική) και δεν εννοούν πριν την οικοδόμησή της αφού σ’ άλλο σημείο (στο ίδιο σελ. 77) ασκούν κριτική στο ΣΤΑΛΙΝ που «διακήρυξε πρόωρα το 1936 πως… «δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές τάξεις» στη Σ.Ε.».

Όταν όμως σε μια κοινωνία υπάρχουν-παραμένουν οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις μπουρζουαζία-προλεταριάτο, τότε η κοινωνία αυτή δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι «σοσιαλιστική» αλλά είναι, ακριβώς γι’ αυτό, μια καπιταλιστική κοινωνία. Η κοινωνία αυτή δεν μπορεί παρά να είναι, εξ ορισμού, καπιταλιστική, αφού τίποτε δεν αλλάζει, από πλευράς περιεχομένου, στην παραπάνω διατύπωση αν στο δεύτερο σκέλος (που είναι ακριβώς το ίδιο με το πρώτο) η έννοια «καπιταλιστική κοινωνία» του πρώτου σκέλους έχει αντικατασταθεί από την έννοια «σοσιαλιστική κοινωνία». Απλά έτσι ο καπιταλισμός που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη αστικής τάξης-προλεταριάτου, βαφτίζεται «σοσιαλισμός», επειδή και σ’ αυτόν παραμένουν οι δυο βασικές χαρακτηριστικές τάξεις του καπιταλισμού, η αστική τάξη και το προλεταριάτο, δηλ. στην πραγματικότητα αυτό σημαίνει διατήρηση-διαιώνιση του καπιταλισμού.

Τρίτο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ανάλυση του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ της τότε κοινωνίας της Σοβιετικής Ένωσης είναι η μόνη μαρξιστική και ορθότατο το επιστημονικό συμπέρασμά του ότι στην τότε(1936) κοινωνία της σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης δεν υπήρχαν μα ούτε ήταν δυνατό να υπάρξουν ανταγωνιστικές και εκμεταλλεύτριες τάξεις, αφού είχαν απ’ αυτές αφαιρεθεί τα μέσα παραγωγής: δεν υπάρχουν εκμεταλλεύτριες και ανταγωνιστικές τάξεις χωρίς την ύπαρξη καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής: «Με τη λέξη α σ τ ι κ ή τ ά ξ η εννοούμε την τάξη των σύγχρονων καπιταλιστών που είναι κάτοχοι των κοινωνικών μέσων παραγωγής και που εκμεταλλεύονται την μισθωτή εργασία. Με τη λέξη π ρ ο λ ε τ α ρ ι ά τ ο εννοούμε την τάξη των σύγχρονων μισθωτών εργατών που, επειδή δεν κατέχουν καθόλου δικά τους μέσα παραγωγής, είναι αναγκασμένοι να πουλούν την εργατική τους δύναμη για να μπορούν να ζήσουν» (ΕΝΓΚΕΛΣ.

Όμως παρόλα αυτά, το Μ-Λ ΚΚΕ ισχυρίζεται ότι «ο Στάλιν διακήρυξε πρόωρα το 1936, πως… «δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές τάξεις» στη Σ.Ε.» («Η Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ, 7-9 Ιουνίου 1991», σελ. 77 και 78, Αθήνα 1991).

Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ιδιαίτερα: α) ότι ο ΣΤΑΛΙΝ δεν «διακήρυξε πρόωρα το 1936» ούτε βέβαια αργά ότι «δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές τάξεις» στη Σ.Ε.» , αφού το αν υπήρχαν ή δεν υπήρχαν σ’ αυτή ανταγωνιστικές τάξεις δεν ήταν ούτε είναι ζήτημα «διακήρυξης» αλλά αντίθετα αντικειμενικής ή όχι ύπαρξής τους. Κι’ αυτό διαπιστώνεται μόνο μετά από υλιστικο-διαλεκτική ανάλυση της οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Ο ΣΤΑΛΙΝ αφού ολοκλήρωσε την υλιστικο-διαλεκτική ανάλυση αυτής της περιόδου κατέληξε στο επιστημονικά τεκμηριωμένο συμπέρασμα: ότι δεν υπάρχουν πιά α ν τ α γ ω ν ι σ τ ι κ έ ς τάξεις στην τότε Σοβιετική κοινωνία μετά της οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού (=δυο μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατική-συνεταιριστική). β) Σ’ αντίθεση με την υλιστικο-διαλεκτική προσέγγιση του σοσιαλισμού απ’ τον ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ είναι εξόφθαλμος ο ι δ ε α λ ι σ τ ι κ ό ς τρόπος που προσεγγίζει το ζήτημα του σοσιαλισμού και των τάξεων το Μ-Λ ΚΚΕ (αλλά και όλοι οι «αντιχρουστσοφικοί» δεξιοί οπορτουνιστές) δηλ. στην περίπτωσή του είναι η ιδέα-αντίληψη περί «σοσιαλισμού» του Μ-Λ ΚΚΕ που καθορίζει-προσδιορίζει την ύπαρξη ή μη των τάξεων στη Σοβ. Ένωση εκείνης της ιστορικής περιόδου. Η περί «σοσιαλισμού» αντίληψη του Μ-Λ ΚΚΕ περιέχεται στη σαφέστατη διατύπωσή του: «το προλεταριάτο και η αστική τάξη … παραμένουν οι δυο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας» («Η Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ, 7-9 Ιουνίου 1991», σελ. 65, Αθήνα 1991). Και αφού στην περί «σοσιαλισμού» αντίληψη του περιέχεται ο ισχυρισμός ότι πρέπει να διατηρηθούν οι ανταγωνιστικές τάξεις και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού, τότε πρέπει οι ανταγωνιστικές τάξεις να «υπήρχαν» και μετά το 1936 στην κοινωνία της Σοβ. Ένωσης, δηλ. την «ύπαρξη» των ανταγωνιστικών τάξεων προσδιορίζει η ιδέα-αντίληψη του σοσιαλισμού και επομένως «λαθεμένα» ο ΣΤΑΛΙΝ «διακήρυξε» ότι αυτές δεν υπήρχαν πια. Πρόκειται, λοιπόν, για Ι δ ε α λ ι σ μ ό με «κέρατα» σαν εκείνον της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας: αφού, λοιπόν, σύμφωνα με την αντίληψη του σοσιαλισμού της σοσιαλδημοκρατίας το «μπολσεβίκικο οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλιστικό», τότε αυτό ήταν «κρατικός καπιταλισμός»!!! (όπως καταδείχθηκε σε προηγούμενο σημείωμα στην περίπτωση του R. Hilferding (1940): «για τη δική μας αντίληψη του σοσιαλισμού είναι δύσκολο να χαρακτηριστεί σοσιαλιστικό το μπολσεβίκικο οικονομικό σύστημα»).

Και στις δυο περιπτώσεις, της σοσιαλδημοκρατίας και του Μ-Λ ΚΚΕ (και όλων των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστών), η ιδέα δηλ. η αντίληψη που έχουν για το «σοσιαλισμό» είναι εκείνη που καθορίζει την αντικειμενική οικονομικο-κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Στη Σοβ. Ένωση εκείνης της περιόδου(1936) δεν υπήρχαν ανταγωνιστικές τάξεις αλλά μόνο υ π ο λ εί μ μ α τ α των εκμεταλλευτριών τάξεων (που δεν ήταν βέβαια «τάξεις» με τη μαρξιστική έννοια του «όρου», αφού αυτά είχαν χάσει την κυριαρχία στα μέσα παραγωγής) και τα νέα αστικά στοιχεία που αναπόφευκτα γεννιούνται-εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου απ’ τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Ασφαλώς τα πολυπληθή υπολείμματα των εκμεταλλευτριών τάξεων και τα νέα αστικά στοιχεία είναι πολύ πιθανό να συγκροτηθούν ακόμα και σε παράνομες Οργανώσεις και να διεξάγουν οργανωμένα και με συντονισμένο τρόπο την πάλη τους ενάντια στο Σοσιαλισμό-Κομμουνισμό, ταξική πάλη που μπορεί να πάρει-παίρνει διάφορες οξυμένες μορφές.

Τέταρτο, ένας άλλος μύθος των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστών είναι εκείνος σύμφωνα με τον οποίο ο ΣΤΑΛΙΝ «διακήρυξε» τάχα «πως δεν υπάρχουν πια ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην ΕΣΣΔ (θέση που αναίρεσε ο ίδιος λίγο πριν το θάνατό του)» (ΚΟΕ-«Αριστερά», 16/3/2002, σελ. 16).

Ποτέ όμως και σε κανένα κείμενό του ο ΣΤΑΛΙΝ δεν αναφέρει ότι «δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην ΕΣΣΔ» όπως, συκοφαντώντάς τον, ισχυρίζεται η ΚΟΕ και οι άλλες «αντιχρουστσοφικές» ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις. Ασφαλώς στη Σοβ. Ένωση εκείνης της ιστορικής περιόδου υπήρχαν – και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού (1936) και την εξάλειψη των εκμεταλλευτριών και ανταγωνιστικών τάξεων, με δεδομένα-υπαρκτά όμως τα ισχυρά υπολείμματα των εκμεταλλευτριών τάξεων και τα νέα αστικά στοιχεία – ανταγωνιστικές και μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις.

Είναι πασίγνωστο ότι το ΚΚ (Μπ) με επικεφαλής το ΣΤΑΛΙΝ διαπίστωνε, δέχονταν και αναγνώριζε την ύπαρξη των ανταγωνιστικών αντιθέσεων και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού στη Σοβ. Ένωση: σε ιδεολογικό επίπεδο ανταγωνιστικό χαρακτήρα έχει η αντίθεση μεταξύ υλισμού – ιδεαλισμού, μεταξύ μαρξισμού – αντιδραστικών αστικών θεωριών (ιδιαίτερα θρησκείας-εθνικισμού-σοβινισμού-ρατσισμού-φασισμού, κλπ.), μεταξύ νέου τρόπου ζωής – παλιού τρόπου ζωής (αντιδραστικών παραδόσεων-ηθικής, κλπ.) και όλων των αντιδραστικών κατάλοιπων στη συνείδηση των τάξεων και στρωμάτων της σοσιαλιστικής κοινωνίας της Σοβ. Ένωσης, σε πολιτικό επίπεδο ανταγωνιστική είναι η αντίθεση: μεταξύ της Διχτατορίας του Προλεταριάτου – όλων των εχθρών του σοσιαλισμού (των υπολειμμάτων των εκμεταλλευτριών τάξεων και των νέων εκφυλισμένων αστικών στοιχείων, καταχραστών λαϊκής περιουσίας, κλεφτών κλπ., αλλά και των κατασκόπων και πρακτόρων του ιμπεριαλισμού και όλων των συνωμοτών). Ανταγωνιστικό χαρακτήρα έχει επίσης η αντίθεση μεταξύ σοσιαλιστικής – ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας (κοσμοπολιτισμός, κλπ).

Σ’ αντίθεση με το ΣΤΑΛΙΝ, οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν-αρνούνται την ύπαρξη ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό. Σχεδόν αμέσως μετά το θάνατο-δολοφονία του ΣΤΑΛΙΝ, και από τον πρώτο κιόλας καιρό (σίγουρα το ΄55 αν όχι νωρίτερα) εμφανίσθηκαν οι πρώτες αντιμαρξιστικές απόψεις που αρνούνταν την ύπαρξη ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, όπως στην περίπτωση του W.Koslowski (1955) ο οποίος διατύπωσε τη θέση: «δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις στη σοσιαλιστική κοινωνία» (W.Koslowski: «Antagonistische und nichantagonistische Widersprϋche», σελ. 15, Βερολίνο 1956), άποψη που επικρίθηκε από ορισμένους μεταξύ των οποίων και οι L.N. Kogan / I.D. Glasunow, αν και με όχι συνεπή μαρξιστικό τρόπο (περιοδικό «Ζητήματα Φιλοσοφίας», 6/1955). Ένας άλλος σοβιετικός ρεβιζιονιστής ο B.S. Ukrainzew γράφει: «όταν ο σοσιαλισμός εγκαθιδρυθεί, χάνει κάθε σημασία η ανταγωνιστική μορφή των αντιθέσεων» (W.Pfoh/H.Schulze: “Philosophie und Gesellschaft” , σελ. 350, Βερολίνο 1958).

Παράθεση περισσότερων αποσπασμάτων, σχετικά με τις απόψεις των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών άρνησης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, είναι περιττή αφού ούτε οι ίδιοι τις αμφισβητούν και επιπλέον είναι πασίγνωστο ότι από τότε ως τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 οι σοβιετικοί χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές έχουν για αυτό το ζήτημα γράψει αρκετά βιβλία και πολλές εκατοντάδες άρθρα.

Εκείνο όμως που «εντυπωσιάζει» περισσότερο και πρέπει να γίνει πλατύτερα γνωστό είναι η εμμονή τους σ’ αυτές τις αντιμαρξιστικές απόψεις ακόμα και στη μετέπειτα περίοδο όταν πια είχε ήδη παλινορθωθεί πλήρως ο καπιταλισμός στη Σοβ. Ένωση και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες, και μάλιστα όταν, προς το τέλος της δεκαετίας του ΄70 – αρχές της δεκαετίας του ΄80, οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις είχαν οξυνθεί στο έπακρο και είχαν πάρει εντελώς ανοιχτή μορφή (π.χ. Πολωνία κλπ.), γεγονός που αξίζει ιδιαίτερα να προσεχθεί και να υπογραμμιστεί επειδή δείχνει: πρώτο, μια κραυγαλέα απομάκρυνση απ’ το μαρξισμό, δεύτερο, πλήρη αντίθεση των εκτιμήσεών τους με την αντικειμενική πραγματικότητα και τρίτο, και σημαντικότερο, το περιεχόμενο του συνόλου των απόψεων τους αποκτά, εξόφθαλμα πλέον, σαφή απολογητικό χαρακτήρα και ανακηρύσσει τους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές σε αστούς απολογητές του παλινορθωμένου καπιταλισμού των χωρών τους.

Και σ’ αυτή τη χρονική περίοδο οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές εξακολουθούσαν να αρνούνται την ύπαρξη των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στις κοινωνίες των χωρών τους και μάλιστα όταν αυτές βρίσκονταν ήδη στις παραμονές της κατάρρευσής τους. Ο σοβιετικός ρεβιζιονιστής W.S. Semjonow γράφει ότι «οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις ξεπεράστηκαν και εξαλείφθηκαν μετά την αποπεράτωση του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό», ότι «οι μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις εκτόπισαν τις ανταγωνιστικές αντιθέσεις» και ότι «οι μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις είναι χαρακτηριστικές των εσωτερικών σχέσεων των σοσιαλιστικών χωρών» και ο οποίος επιπλέον παραθέτει επιδοκιμαστικά την άποψη του P.N. Fedossejew: «ακριβώς με τη νέα ποιοτική κατάσταση συνδέεται η μετεξέλιξη της δικτατορίας του προλεταριάτου σε σοσιαλιστικό κράτος όλου του λαού. Ήδη σ’ αυτή τη φάση δεν υπάρχουν πλέον αντιθέσεις ανταγωνιστικού χαρακτήρα και δεν μπορούν να υπάρξουν» (W.S. Semjonow: Zur theoretischen Vertiefung und Konkretisierung des Widerspruchsproblems im entwickelten Sozialismus” στο: “Sowjetwissenschaft”/GWB, 4/1984, σελ. 370,371, Βερολίνο 1984). Ο δε R. Kossolapow ισχυρίζεται ότι «με την πλήρη νίκη του σοσιαλισμού οι ταξικοί και εθνικοί ανταγωνισμοί εξαφανίζονται, ότι οι αντιθέσεις της κοινωνικής ανάπτυξης παίρνουν μη ανταγωνιστικό χαρακτήρα» (R. Kossolapow: “Der Sozialismus als ganzheitliches soziales System”, στο: “Sowjetwissenschaft”/GWB, 3/1983, σελ. 354, Βερολίνο 1983)

Άλλοι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές υποστήριζαν ότι «το ερώτημα, αν μετά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, μπορούν να υπάρξουν αντιθέσεις, που ως προς την ουσία τους είναι ανταγωνιστικές, οι κλασικοί του μαρξισμού-λενινισμού το απάντησαν ως γνωστόν, αρνητικά» (J. Grani / M. Sapanov: «Ανταγωνισμός και αντιθέσεις στη σημερινή κοινωνική ανάπτυξη», σελ.34, Μόσχα 1986).

Τέλος ο ανατολικογερμανός ρεβιζιονιστής Alfred Kosing γράφει: «ότι οι αντιθέσεις της ανεπτυγμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν είναι πλέον ανταγωνισμοί» και ότι «οι ανταγωνισμοί αντικαθίστανται από τις μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις» (Alfred Kosing: «Ueber die Widersprueche der sozialistischen Gesellschaft», στο: “Deutsche Zeitschrift fuer Philosophie” , 8-9/ 1984, σελ. 729-730, Βερολίνο 1984).

Οι παραπάνω αντιμαρξιστικές απόψεις των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών συνδέονται επιπλέον άμεσα και στενά με την άμεση-έμμεση απόρριψη, σε φιλοσοφικό επίπεδο, του γνωστού νόμου της μαρξιστικής διαλεκτικής για την Ενότητα και την Πάλη των Αντιθέτων, γενικός νόμος που δρα στη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη καθώς και σ’ όλους τους οικονομικο-κοινωνικούς Σχηματισμούς, παρά τις όποιες ιδιομορφίες στην περίπτωση της πρώτης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι όλοι οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές για να «στηρίξουν» τις αντιμαρξιστικές αυτές απόψεις τους επικαλούνταν-επικαλούνται τη γνωστή θέση του ΛΕΝΙΝ «ο ανταγωνισμός και η αντίθεση είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα. Στο σοσιαλισμό , ο πρώτος εξαφανίζεται, η δεύτερη μένει» απ’ τις «Παρατηρήσεις του Λένιν στο βιβλίου του Ν. Μπουχάριν «Οικονομία της μεταβατικής περίοδου» (N. Bucharin: “Oekonomik der Transformationsperiode, mit Randbemerkungen von Lenin”, σελ. 74, Βερολίνο 1990), μεταξύ των οποίων και ο Γ. Αντρόποφ που ισχυρίζονταν ότι αυτή η θέση είχε τάχα «επιβεβαιωθεί από την πρακτική», συμπληρώνοντας ότι δεν πρέπει «να αγνοούμε τις μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην πολιτική» (Γ. Αντρόποφ: «Η διδασκαλία του Μαρξ και μερικά ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ», σελ. 27, Αθήνα 1983).

Όμως όταν ο ΛΕΝΙΝ μιλά για «σοσιαλισμό» δεν εννοεί στη συγκεκριμένη περίπτωση την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, αλλά εννοεί προφανώς τη δεύτερη, τον «κομμουνισμό», την ολοκληρωμένη αταξική κομμουνιστική κοινωνία.

Οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές δεν επικαλούνται μόνο το Λένιν αλλά και τη γνωστή άποψη του Karl Marx: «οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή του κοινωνικού παραγωγικού προτσές» και ότι «με αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό κλείνει επομένως η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας» (Marx/Engels: Bd. 13, σελ. 9, Βερολίνο 1969).

Ασφαλώς «οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή» (ΜΑΡΞ). Αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό, μόνο που οι ρεβιζιονιστές παραποιούν το Marx όταν του αποδίδουν τα δικά τους ρεβιζιονιστικά μυθεύματα, κι’ αυτό επειδή: πρώτο, η σωστή θέση του ΜΑΡΞ καθόλου δεν σημαίνει ότι την αμέσως επόμενη της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας απ’ το προλεταριάτο θα έχει εξαφανιστεί κάθε ανταγωνισμός στην υπό οικοδόμηση σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία, δεύτερο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι στο σοσιαλισμό – πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας και μάλιστα όπως στη Σοβ. Ένωση που αρχικά και για αρκετά χρόνια υπήρχαν 5 μορφές οικονομίας σύμφωνα με το ΛΕΝΙΝ – θα εξαφανιστεί ο ανταγωνισμός, τρίτο, σημαίνει απλά ότι μόνο στην ολοκληρωμένη αταξική κομμουνιστική κοινωνία – και μόνο τότε – θα έχει εξαλειφθεί κάθε «ανταγωνισμός».

Τις παραπάνω αντιμαρξιστικές απόψεις των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών εκπροσωπούσαν (εκπροσωπούν και σήμερα) τα δυο χρουστσοφικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, «Κ»ΚΕ – «Κ»ΚΕεσ.-ΣΥΝ, αλλά υποστήριζαν και οι φιλοχρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές της πάλαι ποτέ ΣΑΚΕ και νυν διάσημοι αναρχοαυτόνομοι (άρνηση των ανταγωνιστικών αντιθέσεων, μεταβατική περίοδος απ’ τον «καπιταλισμό στο σοσιαλισμό» α λα Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ, και κατά συνέπεια άρνηση της αναγκαιότητας της Διχτατορίας του Προλεταριάτου ως τον κομμουνισμό κλπ. κλπ.).

Πέμπτο, οι «αντιχρουστσοφικοί» κατηγορούν το ΣΤΑΛΙΝ ότι «υποτίμησε» ή ακόμα χειρότερα «εγκατέλειψε» την τ α ξ ι κ ή π ά λ η στη μετά το 36 ιστορική περίοδο. Η ΚΟΕ ισχυρίζεται ότι «το βασικό λάθος αυτής της περιόδου είναι ότι από ένα σημείο και ύστερα υποτιμήθηκε το ζήτημα της ταξικής πάλης» («Αριστερά» 16/3/2002, σελ. 16). Τα δε ΕΚΚΕ – Μ-Λ ΚΚΕ ισχυρίζονται ότι «η ταξική πάλη έχει τελειώσει» (ΕΚΚΕ - Μ-ΛΚΚΕ: «Τα υλικά του 1ου Ενωτικού Συνέδριου, 3-5 Μάρτη 1984», σελ. 19), ενώ το ΚΚΕ(μ-λ) ξεπερνάει κάθε όριο αφού το 1982 κάνει λόγο για «επίσημη αναίρεση της ταξικής πάλης (1936)» («Αποφάσεις της Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ(μ-λ)», σελ.37, Ιούνης ΄82) και το 1989 ισχυρίζεται ότι «για δυο δεκαετίες ίσχυε και προβάλλονταν επίσημα η ανυπαρξία των τάξεων και της πάλης ανάμεσά του», ότι «μέσα στο σοβιετικό Σύνταγμα αναιρείται ουσιαστικά η ταξική πάλη και συνεπώς η διχτατορία του προλεταριάτου», φθάνοντας ως τον ολωσδιόλου αστήρικτο, ανόητο και γελοίο ισχυρισμό ότι «πάνω σ’ αυτήν εδώ τη βάση μπορεί να οικοδομηθεί αβίαστα η θεωρία του «παλλαϊκού κράτους»» (ΚΚΕ(μ-λ): «Αναφορά στον Στάλιν και στα γεγονότα του 1936-38» σελ. 7, Απρίλης 1989), που κάθε σχολιασμός – εξαιτίας ακριβώς του μεγέθους της γελοιότητας – είναι περιττός.

Ποτέ και πουθενά ο ΣΤΑΛΙΝ δε διατύπωσε τη ρεβιζιονιστική άποψη της «υποτίμησης» ή πολύ περισσότερο της «εγκατάλειψης» της ταξικής πάλης. Αντίθετα ήταν πάντα όχι μόνο υπερασπιστής της λενινιστικής θέσης της ύπαρξης και συνέχισης της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό μα επιπλέον την ανέπτυξε παραπέρα διατυπώνοντας τη θέση της όξυνσης της ταξικής πάλης όσο προχωρεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού – θέση για την οποία καθόλου δεν μιλούν οι «αντιχρουστσοφικές» Οργανώσεις με την οποία προφανώς δε συμφωνούν αλλά και την απορρίπτουν.

Όμως η 3η Ολομέλεια του 1937 (3-4 Μάρτη), δηλ. τρεις μήνες μετά την εισήγηση του ΣΤΑΛΙΝ για το νέο Σύνταγμα, διαψεύδει τα χονδροειδή ψεύδη των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστών περί «υποτίμησης» ή «εγκατάλειψης» της ταξικής πάλης: «πρέπει να συντρίψουμε και να πετάξουμε τη σάπια θεωρία ότι όσο προχωράμε μπροστά θα πρέπει τάχα η ταξική πάλη στη χώρα μας όλο και περισσότερο να σβήνει, ότι στο βαθμό που σημειώνουμε επιτυχίες ο ταξικός εχθρός όλο και περισσότερο εξημερώνεται.

Δεν είναι μόνο μια σάπια θεωρία, αλλά και επικίνδυνη, διότι αποκοιμίζει τους ανθρώπους μας, τους οδηγεί σε παγίδα και δίνει τη δυνατότητα στον ταξικό εχθρό να συνέλθει για να παλέψει ενάντια στη Σοβιετική εξουσία.

Αντίθετα, όσο περισσότερο θα προχωράμε μπροστά, όσο περισσότερες επιτυχίες θα έχουμε τόσο περισσότερο θα εξαγριώνονται τα κατάλοιπα των συντριμμένων εκμεταλλευτριών τάξεων, τόσο γρηγορότερα θα περνούν σε οξύτερες μορφές πάλης, τόσο περισσότερο θα βλάπτουν το Σοβιετικό κράτος, τόσο περισσότερο θα αρπάζονται από τα πιο απεγνωσμένα μέσα πάλης, σαν τα τελευταία μέσα των καταδικασμένων.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα κατάλοιπα των συντριμμένων τάξεων στην ΕΣΣΔ δεν είναι μόνα τους. Έχουν άμεση υποστήριξη από μέρους των εχθρών μας πέρα από τα σύνορα της ΕΣΣΔ. Θα ήταν λάθος να νομίσει κανείς ότι η σφαίρα της ταξικής πάλης περιορίζεται από τα όρια της ΕΣΣΔ. Αν η μια άκρη της ταξικής πάλης δρα στα πλαίσια της ΕΣΣΔ, η άλλη άκρη εκτείνεται στα όρια των αστικών κρατών που μας περιβάλλουν. Αυτό δεν μπορούν να μην το γνωρίζουν τα κατάλοιπα των συντριμμένων τάξεων. Και ακριβώς επειδή το γνωρίζουν, θα συνεχίσουν και στο μέλλον τις απεγνωσμένες επιθέσεις τους.

Έτσι μας διδάσκει η ιστορία. Έτσι μας διδάσκει ο λενινισμός.

Πρέπει να τα θυμόμαστε όλα αυτά και να είμαστε σε επιφυλακή» (ΣΤΑΛΙΝ).

Την παραπάνω επαναστατική λενινιστική γραμμή εφάρμοσε πάντα με παραδειγματική συνέπεια το ΚΚ Μπολσεβίκων με επικεφαλής το ΣΤΑΛΙΝ καθόλη τη διάρκεια της οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού στη Σοβ. Ένωση, αλλά και μετά το 1936 (όξυνση της ταξικής πάλης αποτελούν οι επαναστατικές δίκες εκείνης της περιόδου) και αυτό αποδεικνύει και το παρακάτω μεγάλο (ανάμεσα σε πολλά άλλα) απόσπασμα από άρθρο της «Πράβδα». Ασκώντας κριτική στη αντιμαρξιστική θεωρία του «σβησίματος» της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό γράφει: «έτσι όμως μπορούν να σκέπτονται και να κρίνουν μόνο οι δεξιοί οπορτουνιστές, άνθρωποι που εκπροσωπούν την αντιμαρξιστική αντίληψη περί «σβησίματος» της ταξικής πάλης. Αυτοί δεν αντιλαμβάνονται ή δεν μπορούν να αντιληφθούν, ότι οι επιτυχίες δεν οδηγούν στο σβήσιμο αλλά στην όξυνση της πάλης, ότι ο αγώνας των εχθρών του λαού που είναι καταδικασμένοι σε εξαφάνιση και έχουν περιέλθει σε απόγνωση, θα είναι τόσο πιο οξύτερος όσο επιτυχής θα είναι η πρόοδος. Αυτό διδάσκει ο αθάνατος Λένιν, αυτό διδάσκει ο σύντροφος Στάλιν. «Η επανάστασή μας», είπε ο Λένιν, «επιβεβαίωσε περισσότερο από όλες τις άλλες επαναστάσεις το νόμο, ότι η δύναμη της επανάστασης, η δύναμη της εφόδου, η ενέργεια, η αποφασιστικότητα και ο θρίαμβος της νίκης μας δυναμώνει ταυτόχρονα τη δύναμη της αντίστασης απ’ την πλευρά της μπουρζουαζίας».

Ξεσκεπάζοντας ο σύντροφος Στάλιν την οπορτουνιστική θεωρία για το «σβήσιμο» της ταξικής πάλης ανάλογα με την αύξηση των επιτυχιών, διαπίστωνε προειδοποιώντας ότι αυτή δεν είναι μόνο μια σάπια, αλλά και μια επικίνδυνη θεωρία επειδή αυτή αποκοιμίζει τους σοβιετικούς ανθρώπους, τους οδηγεί σε μια παγίδα, δίνει όμως στον ταξικό εχθρό τη δυνατότητα να συγκεντρώνει ξανά δυνάμεις για τον αγώνα του ενάντια στη Σοβιετική εξουσία» («ΠΡΑΒΔΑ», 13 Γενάρη 1953). Αλλά και τέλος, το Φλεβάρη του ΄53 σε άρθρο του S.P.Dudel αναφέρεται: «η εχθρική προς το λενινισμό, σάπια θεωρία του «σβησίματος» της ταξικής πάλης πρέπει αποφασιστικά να συντριφτεί» («Ζητήματα φιλοσοφίας» 2/1953).

Οι «αντιχρουστσοφικοί» ρεβιζιονιστές επιτίθενται και συκοφαντούν, όπως και οι χρουτσοφικοί προδότες, το ΣΤΑΛΙΝ που τάχα «εγκατέλειψε» την ταξική πάλη αλλά και συνάμα κλαψουρίζουν «που προκρίθηκαν κύρια τα μέτρα καταστολής με τις γνωστές συνέπειες» («Αποφάσεις της Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ(μ-λ)», σελ.37, Ιούνης ΄82) και που «η μπόρα είχε πιάσει και πολλούς αθώους, ίσως νάταν οι περισσότεροι και συνειδητοί επαναστάτες» (ΚΚΕ(μ-λ): «Αναφορά στον Στάλιν και στα γεγονότα του 1936-38» σελ. 9, Απρίλης 1989), μιλώντας ακόμα για τα «εφιαλτικά χρόνια του ΄36-΄38» (εφιαλτικά ήταν εκείνα τα χρόνια μόνο για τους αντεπαναστάτες τροτσκιστές-μπουχαρινικούς κλπ.), το δε Μ-Λ ΚΚΕ για την ίδια περίοδο κάνει λόγο για «ακρότητες που είχαν επιζήμιες συνέπειες» («Η Συνδιάσκεψη του Μ-Λ ΚΚΕ, 7-9 Ιουνίου 1991», σελ. 79, Αθήνα 1991), ενώ το ΕΚΚΕ μιλάει για την «αστυνομοκρατία και αντικατασκοπευτική φοβία» και την «αυταρχικότητα του Σοβιετικού Κράτους την εποχή του ΣΤΑΛΙΝ» («Λαϊκοί Αγώνες», Νο 227, 20/12/1979, σελ. 3).

Έκτο, η άποψη των «αντιχρουστσοφικών» Οργανώσεων για διατήρηση των ανταγωνιστικών τάξεων (μπουρζουαζίας-προλεταριάτου) στο σοσιαλισμό – και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής του βάσης – συνιστά μια κραυγαλέα αντιμαρξιστική αστικο-ρεβιζιονιστική αντίληψη του σοσιαλισμού, επειδή σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη του σοσιαλισμού: α) δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν ανταγωνιστικές και εκμεταλλεύτριες τάξεις μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού, αλλά μόνο δυο φιλικές τάξεις: εργατιά-αγροτιά και λαϊκή διανόηση καθώς και τα υπολείμματα των εκμεταλλευτριών τάξεων-νέα αστικά στοιχεία, που δεν αποτελούν τάξεις, β) δεν υπάρχει αστική τάξη, αφού έχει καταργηθεί η καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, γ) δεν υπάρχει Προλεταριάτο (υπάρχει μόνο στον καπιταλισμό επειδή ακριβώς δεν κατέχει μέσα παραγωγής) σ’ εκείνη τη φάση του σοσιαλισμού, αλλά εργατική τάξη που κατέχει και ελέγχει τα μέσα παραγωγής συλλογικά μέσω της Διχτατορίας του Προλεταριάτου.

Έβδομο, η αστικο-ρεβιζιονιστική αντίληψη του σοσιαλισμού (διατήρηση-διαιώνιση των ανταγωνιστικών τάξεων μπουρζουαζίας-προλεταριάτου) είναι σε πλήρη αντίθεση με τον τ ε λ ι κ ό σ κ ο π ό του κομμουνιστικού κινήματος δηλ. την οικοδόμηση της ολοκληρωμένης αταξικής κομμουνιστικής κοινωνίας που αρχικά απαιτεί την κατάργηση όλων των εκμεταλλευτριών και ανταγωνιστικών τάξεων στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας δηλ. το σοσιαλισμό και συνάμα την οικοδόμηση της οικονομικής του βάσης (δυο μορφές σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατική-συναιτεριστική) και ύστερα στη δεύτερη φάση, τον κομμουνισμό, την εξάλειψη όλων των τάξεων.

Όγδοο, τέλος, και η άποψή τους για ύπαρξη ανταγωνιστικών τάξεων και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού δηλ. μετά την εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας (ατομικής-κρατικής) συνιστά προκλητική διαστρέβλωση-απόρριψη της μαρξιστικής θεωρίας των τάξεων, επειδή προβάλλεται η θέση ότι μπορεί να υπάρξει αστική τάξη χωρίς ατομική ιδιοκτησία, χωρίς να κατέχει μέσα παραγωγής, ενώ αντίθετα ο μαρξισμός διδάσκει: «με τη λέξη α σ τ ι κ ή τ ά ξ η εννοούμε την τάξη των σύγχρονων καπιταλιστών που είναι κάτοχοι των κοινωνικών μέσων παραγωγής και που εκμεταλλεύονται την μισθωτή εργασία» (ΕΝΓΚΕΛΣ).

Ένατο, η φαινομενικά «αριστερή» κριτική στην ορθή διαπίστωση του Στάλιν, ότι «δεν υπήρχαν πια ανταγωνιστικές τάξεις στη Σοβιετική Ένωση»(1936), είναι στην πραγματικότητα κριτική απ’ τα δ ε ξ ι ά δηλ. απ΄ τη σκοπιά της διατήρησης των ανταγωνιστικών τάξεων στο σοσιαλισμό και μετά την οικοδόμηση της οικονομικής του βάσης (= ύπαρξη των δυο μορφών σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας: κρατικής-συνεταιριστικής), απ’ τη σκοπιά μιας αντιμαρξιστικής αστικο-ρεβιζιονιστικής αντίληψης του σοσιαλισμού, δηλ. τον κατηγορούν επειδή πήρε τα ανάλογα αναγκαία μέτρα και εφάρμοσε επαναστατική πολιτική εξάλειψης των εκμεταλλευτριών και ανταγωνιστικών τάξεων, ενώ αυτοί ήθελαν-θέλουν αυτές να διατηρηθούν καθόλη τη διάρκεια του «σοσιαλισμού» τους. Οι «αντιχρουστσοφικές» ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις διαμαρτύρονται, θρηνούν και οδύρονται που η επαναστατική πολιτική του ΣΤΑΛΙΝ τους στέρησε την απόλαυση της ύπαρξης των εκμεταλλευτριών τάξεων για την μετά το 1936 περίοδο του σοσιαλισμού στη Σοβ. Ένωση, δηλ. τους στέρησε τον καπιταλισμό. Μ’ άλλα λόγια οι «αντιχρουστσοφικές» Οργανώσεις επιτίθενται-κατηγορούν το ΣΤΑΛΙΝ που δεν υποστήριζε ούτε εφάρμοσε αστικές απόψεις στην περίπτωση οικοδόμησης του σοσιαλισμού δηλ. δεν εφάρμοσε πολιτική διατήρησης των ανταγωνιστικών τάξεων ή όπως γράφει ο ομοϊδεάτης τους Βέλγος «αντιχρουστσοφικός» ρεβιζιονιστής Ludo Martens, και νυν μόνιμος τρόφιμος της νέας χρουστσοφικής σοσιαλδημοκρατίας του Περισσού, «δεν έφτασε ως τη διατύπωση μιας συνεκτικής θεωρίας για τη διατήρηση των τάξεων (εννοεί των ανταγωνιστικών και εκμεταλλευτριών τάξεων) … στη σοσιαλιστική κοινωνία» (Λούντο Μάρτενς: «Μια άλλη ματιά στον Στάλιν» σελ.382, Αθήνα 1987). Ο ΣΤΑΛΙΝ όμως σαν επαναστάτης μαρξιστής δεν μπορούσε να «έχει»-υπερασπίσει μια θεωρία «διατήρησης των ανταγωνιστικών και εκμεταλλευτριών τάξεων στη σοσιαλιστική κοινωνία» αλλά αντίθετα διατύπωσε και εφάρμοσε στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού τις θεωρίες: α) εξάλειψης όλων των ανταγωνιστικών και εκμεταλλευτριών τάξεων και β) ύπαρξης και συνέχισης της ταξικής πάλης, η οποία διαρκώς οξύνεται με την παραπέρα οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η προκλητικότητα και το θράσος της ηθελημένης διαστρέβλωσης ή της αδικαιολόγητης άγνοιας (μάλλον και τα δυο μαζί) των «αντιχρουστσοφικών» ρεβιζιονιστικών Οργανώσεων δεν γνωρίζουν όρια όταν επιχειρούν να παρουσιάσουν το ΣΤΑΛΙΝ σαν «ρεβιζιονιστή» – αποδίδοντάς του άρνηση της ύπαρξης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων μετά την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού, «ανυπαρξία τάξεων», «υποτίμηση» ή ακόμα χειρότερα «επίσημη αναίρεση της ύπαρξης της ταξικής πάλης» για «δύο δεκαετίες» ή τέλος τον κατηγορούν για «αναίρεση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου» – και μάλιστα όταν φτάνουν στο πιο ακραίο σημείο γελοιότητας και αντισταλινισμού: εμφανίζοντάς τον ως άμεσο και κατευθείαν «πρόδρομο» του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού, δηλ. πως τάχα στη βάση των απόψεων του ΣΤΑΛΙΝ «μπορεί να οικοδομηθεί αβίαστα η θεωρία του «παλλαϊκού κράτους»» (ΚΚΕ(μ-λ): «Αναφορά στον Στάλιν και στα γεγονότα του 1936-38» σελ. 7, Απρίλης 1989) του αποστάτη Νικήτα Χρουστσόφ.

Και μετά από όλα αυτά οι «αντιχρουστσοφικές» ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις βγαίνουν με την αξίωση να «πείσουν» πως «θεωρούν» το ΣΤΑΛΙΝ, «κλασικό του μαρξισμού». Μα πως είναι δυνατό ο ΣΤΑΛΙΝ να θεωρείται κλασικός του μαρξισμού όταν στο κεντρικότερο ζήτημα του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, εκείνο του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, υποστηρίζει κατ’ αυτούς «λαθεμένες» απόψεις; Για τους επαναστάτες μαρξιστές δηλ. λενινιστές-σταλινιστές, ο ΣΤΑΛΙΝ είναι κλασικός του μαρξισμού επειδή: α) υπεράσπισε με συνέπεια σ’ όλα τα ζητήματα το μαρξισμό-λενινισμό, και β) επιπλέον τον ανέπτυξε παραπέρα σε σειρά ζητήματα και πρώτα απ’ όλα σ’ εκείνο του Σοσιαλισμού-Κομμουνισμού και ακριβώς γι’ αυτό τοποθετήθηκε απ’ το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα στη σειρά: ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ-ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ.

Οι παραπάνω ρεβιζιονιστικές απόψεις-εκτιμήσεις για τις μαρξιστικές απόψεις του ΣΤΑΛΙΝ και τα ζητήματα του σοσιαλισμού στη Σοβ. Ένωση (αλλά και σειρά άλλες) ήταν εκείνες που οδήγησαν τις άλλοτε ενωμένες στην «Αναγέννηση»(1964) και σήμερα κομματιασμένες «αντιχρουστσοφικές» αλλά αντισταλινικές και σφόδρα αντιζαχαριαδικές ρεβιζιονιστικές Οργανώσεις να κρατήσουν απ’ την αρχή της εμφάνισης (εξακολουθούν να κρατούν) μια κεντριστική στάση δηλ. μια στάση μεταξύ του επαναστατικού μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού και του αντεπαναστατικού χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού, μεταξύ του επαναστατικού ΚΚΕ (1918-55) μ’ επικεφαλής το Ν. Ζαχαριάδη και των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών της προδοτικής κλίκας των Κολιγιάννη-Παρτσαλίδη κλπ. αντί να υπερασπίσουν με αποφασιστικότητα και συνέπεια την επαναστατική μαρξιστική γραμμή του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ σε διεθνές επίπεδο και του Νίκου Ζαχαριάδη στο ΚΚΕ.

Συνεχίζεται


Ιταλία: εκλογική τοποθέτηση της Κομμουνιστικής Πλατφόρμας

Εσείς δεν μας εκπροσωπείτε! Καμιά ψήφος στα κόμματα της αστικής τάξης!

Διανύουμε την προεκλογική περίοδο. Στους τοίχους των πόλεων, στα ΜΜΕ, στις πλατείες είναι σε εξέλιξη μια σύγκρουση χωρίς όρια μεταξύ ομάδων της ολιγαρχίας, έτοιμες να εγκατασταθούν στα κτίρια της εξουσίας, με τη βοήθεια των εταιριών δημοσκόπησης, πολλά έτη φωτός από τις μάζες και τα προβλήματά τους.
Όποιο και να είναι το αριθμητικό αποτέλεσμα, είναι ήδη γνωστό ότι ο επόμενος πρωθυπουργός θα εφαρμόσει ένα πρόγραμμα ακόμα πιο αντεργατικό σε σχέση με τα προηγούμενα, με την ευλογία των Montezemolo, Ratzinger και την πρεσβείας των ΗΠΑ.
Ότι πρόκειται περί εκλογικής φάρσας δεν υπάρχει αμφιβολία. Καμία αστική κυβέρνηση δεν θα μπορεί να επιλύσει τα πολλαπλά προβλήματα της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών. Καμία αστική ή μικροαστική πολιτική δύναμη δεν μπορεί να ξεπεράσει την ιταλική κρίση, μόνο να την οξύνει και να την εντείνει μπορεί.
Ας γίνει ξεκάθαρο. Εμείς οι κομμουνιστές δεν είμαστε υπέρ της αποχής από άποψη αρχών ούτε χυδαίοι κοινοβουλιο-λάγνοι που εξαπατούν τις μάζες με το οπορτουνιστικό ψέμα του 51%. Για εμας το βήμα του κοινοβουλίου είναι ένα όργανο βοηθητικό για την πάλη της τάξης, ένα μεγάφωνο προς αξιοποίηση για την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης και της πάλης ενάντια στην αστική τάξη, για την βοήθεια στην προλεταριακή επανάσταση.

Δίνοντας αυτή την έννοια, προτείναμε τους προηγούμενους μήνες το σχηματισμό εκλογικών λιστών «προλεταριακής ενότητας», στη βάση μερικών προγραμματικών σημείων, όπως τις πτυχές της δράσης που οι κομμουνιστές πρέπει να αναπτύξουν για τη δημιουργία ενός μετώπου υπεράσπισης των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων του προλεταριάτου.

Δυστυχώς, αντί για την αναζήτηση μιας πολιτικής-προγραμματικής συμφωνίας, των απαραίτητων συμμαχιών, της συμφωνίας για μια μάχη που πρέπει να αναπτυχθεί σε πανεθνική κλίμακα, έχουν κυριαρχήσει άλλες λογικές: από την απάθεια ως τη σύμπλευση με τους τροτσκιστές, από την υπερψήφιση των σοσιαλδημοκρατών μέχρι ακόμη και την στοίχιση πίσω από το κεντρώο Δημοκρατικό Κόμμα.

Δεν πρόκειται να ξεπέσουμε στην αδιαφορία, την αποχή και την παθητικότητα. Αντίθετα, οφείλουμε να αξιοποιήσουμε την προεκλογική περίοδο για να παρέμβουμε ενεργά, για να καταγγείλουμε την αστική πολιτική, υποστηρίζοντας τις βασικές ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών, γνωστοποιώντας τις θέσεις μας και διαδίδοντας την προοπτική της μοναδικής εφικτής εναλλακτικής: την επανάσταση και το σοσιαλισμό.

Σχετικά με την ψήφο, δεν πρέπει να υπάρχουν αμφιβολίες. Πρώτον, πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να μποϋκοτάρουμε την προπαγάνδα και να αρνηθούμε κάθε συγκατάβαση στις αντιδραστικές, κληρικαλιστικές και φασιστικές δεξιές, που έχουν εδώ και χρόνια κάνει αφεντικό τις κυβερνήσεις Μπερλουσκόνι και τώρα προετοιμάζονται εκ νέου να εφαρμόσουν τη ληστρική τους πολιτική, της υπεράσπισης των προνομίων, της κατάκτησης του κρατικού μηχανισμού και της ολομέτωπης επίθεσης κατά του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Δεύτερον, πρέπει να δράσουμε ώστε από τις εκλογές να βγει αδυνατισμένο, ραγισμένο, απομονωμένο το συντηρητικό και νεοφιλελεύθερο σχέδιο, και σχέδιο ασφάλειας που ο υπάλληλος της Confidustria Βελτρόνι, πάντα έτοιμος να έλθει σε συμφωνία με το Μπερλουσκόνι, προτίθεται να επιβάλλει στην ιταλική πολιτική ζωή.
Τρίτον, πρέπει να ευνουχιστούν οι σαλτιμπάγκοι της αστικής αριστεράς, που στο όνομα του κυβερνητισμού έχουν στηρίξει τα μισητά, φιλοεργοδοτικά και φιλοαμερικανικά μέτρα της κυβέρνησης Πρόντι (για να την πέσουν μετά στη σύζυγο του Μαστέλα) και ακολούθως κατάργησαν το σφυροδρέπανο για να σώσουν τις καρέκλες τους, έτοιμοι να επιστρέψουν στην αυλή του Βελτρόνι.

Κυρίως είναι σημαντικό από αυτές τις εκλογές να βγει ενδυναμωμένη η κινητοποίηση και η διαμαρτυρία των εργατών και του λαού ενάντια σε ένα σύστημα καταπιεστικό, άδικο, που φέρνει πείνα και αποκλεισμούς, να βγει πιο δυνατή η φωνή της εξέγερσης των εργατών και των άλλων εκμεταλλευόμενων εργαζόμενων!

Καμία εκλογική ανακωχή: οι αγώνες δεν πρέπει να σταματήσουν ούτε λεπτό! Να δώσουμε ζωή σε μια μαχητική προεκλογική εκστρατεία, καλώντας τους εκμεταλλευόμενος να ακυρώσουν τα ψηφοδέλτια με φράσεις που θέτουν στην πυρά την πολιτική της εξαθλίωσης, του πολέμου, της διαφθοράς, της κυριαρχίας που έχουν επιβάλλει τα καπιταλιστικά μονοπώλια, να αρνηθούν με κάθε τρόπο την ψήφο στα αστικά και μικροαστικά κόμματα. Ας τους γυρίσουμε την πλάτη και ας διεκδικήσουμε μια πραγματική εργατική κυβέρνηση, βαδίζοντας στο δρόμο της ανασύστασης του κομμουνιστικού κόμματος, ώστε να την αποκτήσουμε.

Περιοδικό Teoria e Prassi


Υποψήφιος του Μπερλουσκόνι, υποστηρικτής του φασισμού

Σε αμηχανία, αν όχι σε δύσκολη θέση, έφερε τη συντηρητική παράταξη του Σίλβιο Μπερλουσκόνι ένας από τους υποψηφίους της για τις εκλογές του Απριλίου, δηλώνοντας σε συνέντευξή του ότι είναι αμετανόητος υποστηρικτής του φασισμού.

Προτού προλάβει να «μαζέψει» τα ασυμμάζευτα, ήρθαν βροχή οι επικρίσεις από την κεντροαριστερά, αλλά και από την εβραϊκή κοινότητα. Τα σχόλια του Τζουζέπε Τσαραπίκο, μεγαλοεπιχειρηματία της Ρώμης, που κατεβαίνει υποψήφιος για μια θέση στη Γερουσία, ήταν αρκετά για να σηκωθεί θύελλα, η οποία παρ' όλα αυτά δεν οδήγησε -όχι άμεσα τουλάχιστον- στην απόσυρση της υποψηφιότητάς του.

«Ο φασισμός που έδωσε χαρές και βάσανα», δήλωσε σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα «Repubblica», προσθέτοντας ότι «ποτέ δεν τον αποκήρυξε». Ο Τσαραπίκο είναι ιδιοκτήτης κάποιων μικρών τοπικών εφημερίδων στην περιοχή του Λάτσιο, κοντά στη Ρώμη, και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ρωτήθηκε γιατί υπάρχουν φωτογραφίες του Μουσολίνι στα γραφεία τους. «Είναι κάτι ωραίο», απάντησε, προσθέτοντας ότι τον περασμένο Οκτώβριο επισκέφτηκε το Πρεντάπιο, ένα χωριό στη βόρεια Ιταλία, όπου γεννήθηκε και έχει ταφεί ο Μουσολίνι. Μόλις φούντωσαν οι αντιδράσεις, ο Τσαραπίκο με «διορθωτική» δήλωσή του διευκρίνισε ότι είναι βεβαίως πιστός στη δημοκρατία, ενώ ο φασισμός «ανήκει στο παρελθόν μας». Επιπλέον, χαρακτήρισε «αίσχος» τους ρατσιστικούς νόμους του καθεστώτος Μουσολίνι, που παραβίαζαν τα δικαιώματα των Εβραίων της εποχής. Ο Τσαραπίκο, ως επιχειρηματίας που δραστηριοποιούνταν για δεκαετίες στη Ρώμη, είχε σχέσεις με πολλούς πολιτικούς, και κυρίως με τους πάλαι ποτέ ισχυρούς Χριστιανοδημοκράτες του πρώην πρωθυπουργού Τζούλιο Αντρεότι. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι δήλωσε ότι είναι πολύ σημαντική στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας η συμβολή των εφημερίδων του Τσαραπίκο, που δεν είναι εχθρικές στην παράταξη, σε αντίθεση με όλες τις μεγάλες ιταλικές εφημερίδες, και χαρακτήρισε έλασσον το θέμα που μεγιστοποιήθηκε εσκεμμένα, ενώ δόθηκαν εξηγήσεις.


Κ. ΤΖΑΒΑΡΑ (Πηγές: Ασ. Πρες, «Repubblica», Ansa)


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 12/03/2008

Γραφτείτε συνδρομητής

Ετήσια Συνδρομή 20 ευρώ

Οι συνδρομητές μπορούν να καταβάλουν τη συνδρομή τους με κατάθεση στο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με αρ. 155/919045-76 ή
με ταχυδρομική επιταγή
στη διεύθυνση: Τάσσος Μπάλλος, Τ.Θ. 3689, ΤΚ 102 10 Αθήνα


Ενισχύστε Οικονομικά την ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ

Με κατάθεση
στο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με αρ. 155/919045-76

Με ταχυδρομική επιταγή
στη διεύθυνση: Τάσσος Μπάλλος, Τ.Θ. 3689, ΤΚ 102 10 Αθήνα


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ – ανοιχτή και προκλητική στήριξη της κυβέρνησης για να περάσει το αντιασφαλιστικό έκτρωμα απ’ τις ηγεσίες των «Κ»ΚΕ-ΠΑΜΕ

Σοσιαλισμός-ταξική πάλη στη Σοβιετική Ένωση (1936-1953): αμφισβήτηση, παραποιήσεις και κατασυκοφάντησή του (συνέχεια από το φ.269)

Ιταλία: εκλογική τοποθέτηση της Κομμουνιστικής Πλατφόρμας

Υποψήφιος του Μπερλουσκόνι, υποστηρικτής του φασισμού

Πολιτική επιτροπή για την ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ του ΚΚΕ 1918-55